ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ζωγραφίζοντας τη μνήμη

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Μια μικρή αποτίμηση ζωής, βγαλμένη από το εργαστήριο του ζωγράφου, αποτελεί αυτή η πολύ προσωπική έκθεση του «δασκάλου» Χρόνη Μπότσογλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Για μένα ισχύει το σύνθημα που έχω δει στα Εξάρχεια: ονειρεύομαι ένα λαμπρό παρελθόν», σχολιάζει ο Χρόνης Μπότσογλου για την έκθεσή του με τίτλο «Μνήμη ζωγραφικής», στο καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Και αλλού γράφει: «Η μνήμη είναι προνόμιο των γηρατειών».

Είναι παράξενο σε έναν τόσο πολυσύχναστο χώρο όσο το συγκεκριμένο καφενείο να συναντά κανείς τα πιο αποκαλυπτικά ίχνη της ζωής ενός ανθρώπου: τα ημερολόγιά του. Ο Χρόνης Μπότσογλου, ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης, καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και πρώην πρύτανης, καλλιτέχνης αναγνωρισμένος που δεν χρειάζεται συστάσεις, μπορεί πλέον στα 77 του χρόνια να ανοίγει το εργαστήριό του για το κοινό. Μια σειρά από μικρά έργα που καλύπτουν δημιουργική διαδρομή σχεδόν τριών δεκαετιών εκτίθενται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των θαμώνων του που συζητούν στη δροσιά της αίθουσας. Με κάποιον τρόπο οι κουβέντες τους συναντούν τις σκέψεις του καλλιτέχνη, έτσι όπως καταγράφονται στις σημειώσεις που βρίσκονται καδραρισμένες δίπλα στα ευαίσθητα σχέδια με μολύβι και τις ακουαρέλες. Αυτή η «φρίζα», όπως ονόμασε τη διάταξη της έκθεσης ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής της Γιώργος Μυλωνάς, ανασυνθέτει την προσωπικότητα του ζωγράφου Μπότσογλου αλλά και του ανθρώπου, που δεν διστάζει να αποκαλυφθεί εν μέσω αγνώστων. Αλλωστε, οι πιο μύχιες εκμυστηρεύσεις δεν γίνονται συχνά σε εκείνους που ξέρουμε ότι ποτέ δεν θα ξανασυναντήσουμε;


«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να ξαναρχίζω με τον εαυτό μου», σημειώνει ο καλλιτέχνης ως άλλη αυτοπροσωπογραφία.

Το καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου είναι ένας χώρος στον οποίο η ζωγραφική ταιριάζει πολύ καλά. Τη συγκεκριμένη νησίδα ηρεμίας στο κέντρο της πόλης επισκέπτονται συχνά καλλιτέχνες και φοιτητές σχολών Τέχνης, και καθισμένοι στον ωραίο κήπο σκιτσάρουν in situ. Εδώ λοιπόν τα σχέδια και οι προσωπικές σημειώσεις του Μπότσογλου «βγαίνουν» από τη μικρή διάσταση των τετραδίων του και ξεδιπλώνονται σε μια «μνημειακή» ζωγραφική επιφάνεια. Το βλέμμα του καλλιτέχνη, έτσι όπως αποκαλύπτεται στην έκθεση, απαλλαγμένο από τις δεσμεύσεις μιας γκαλερί, είναι αυτοβιογραφικό, σαρκαστικό, τρυφερό, αθώο παρά την ηλικία του. Και αιχμαλωτίζει στιγμές ζωής με πηγαίο αίσθημα. Εξομολογητικός είτε πρόκειται για το αποτύπωμα ενός λουλουδιού, για ένα τοπίο στο αγαπημένο του νησί, για τα πρόσωπα των φίλων και της αγαπημένης του συντρόφου, ο Μπότσογλου φαίνεται έτοιμος να αποδεχτεί τις αδυναμίες του. «Ψάχνοντας το αίνιγμα που κρύβουν τα πράγματα ανοίγει ο δρόμος κι ο φόβος και η επίγνωση πως δεν υπάρχει επιστροφή», σημειώνει σε ένα από τα φύλλα του ημερολογίου του.

Υπάρχει ένα πορτρέτο στην έκθεση, μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία, όπου το πρόσωπο διατρέχει σαν χαρακιά μια κόκκινη πινελιά. Ισως αυτό είναι το πιο αποκαλυπτικό έργο στη «Ζωγραφική μνήμη», επειδή στο ίδιο τελάρο φέρει τη μνήμη των χρόνων του δημιουργού του: έγινε στα 1963, όταν ο Χρόνης Μπότσογλου ήταν ακόμη μαθητής στο εργαστήρι του Γιάννη Μόραλη. Επειδή το αποτέλεσμα δεν τον ευχαρίστησε, το κλώτσησε για να το καταστρέψει. Ο καμβάς σκίστηκε, ο πίνακας ξεχάστηκε. Και αναστήθηκε πριν από δύο χρόνια χάρη σε αυτή την κόκκινη γραμμή που κάλυψε το «τραύμα». Στο περιθώριο του έργου υπάρχει από τότε η σημείωση: «Ελένη σ’ αγαπώ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ