ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Παρά τη μακραίωνη παράδοση στην παραγωγή εκλεκτών σταριών, τυριών, κρεατικών, ψαρικών και κρασιών, οι Λημνιοί δεν διστάζουν να ξαναγράψουν τη γαστρονομική τους ιστορία με νέες παραγωγές και φρέσκες ιδέες. Τα φαγητά τους πλούσια, περίτεχνα, μοναδικά, όπως και ο τόπος.

Απέραντα χωράφια με σιτάρι, αμπελώνες και βοσκοτόπια, οι πρασινάδες σταματούν στη θάλασσα και η ψηλότερη κορφή του νησιού φτάνει δεν φτάνει τα 450 μέτρα. Μια μεγάλη πε- διάδα η Λήμνος, με πληθωρικούς ανθρώπους που μαγειρεύουν και τρώνε πολύ και καλά. Ό,τι ξέρουμε για την cucina povera, για τη λιτότητα της αγροτικής μας κουζίνας στη Λήμνο το ξεχνάμε. Από τότε που πάνω στα νεύρα του ο Δίας πέταξε τον Ήφαιστο και γκρεμοτσακίστηκε στο νησί, οι κάτοικοι απολάμβαναν ξεχωριστά σιτηρά, τυριά και κρασιά. Τα χρόνια περνούσαν, ο Ήφαιστος έφτιαξε το εργαστήριό του και σφυρηλατούσε τις πανοπλίες των θεών στη λάβα του ηφαιστείου, γνώρισε την Καβειρώ και γέννησαν τους Καβείρους. Έκτοτε, και τα καλά, και τα στραβά οι κάτοικοι τα έριχναν στoυς Καβείρους και στην ενέργεια του τόπου.

Βοσκοτόπια παντού: στην πεδιάδα, στους λόφους, δίπλα στη θάλασσα.

Στο νησί μαύρισαν τα άγανα

Τα σιτηρά όμως εξακολουθούσαν να είναι εκλεκτά, την ποικιλία σκληρού σίτου Λήμνος τη μνημονεύει και ο Αριστοτέλης και το νησί γίνεται ο σιτοβολώνας του Αιγαίου.

Γύρω στο 1930, Ιταλοί αρχαιολόγοι έφεραν στο νησί σπόρους από σκληρό σιτάρι που καλλιεργούσαν στη Σικελία. Στο εύφορο ηφαιστειακό χώμα του νησιού ευδοκίμησε, αλλά τα άγανά του (τα μουστάκια) από λευκά έγιναν μαύρα, εξ ου και η ονομασία «Μαυραγάνι». Για χρόνια οι ποικιλίες αυτές παραμελήθηκαν. Σήμερα ξανακαλλιεργούνται, σε μικρότερη όμως έκταση. Ο Παναγιώτης Σαλαμουσάς, γεωπόνος, και ο αδερφός του Στέργιος, οικονομολόγος, αλευράδες 5ης γενιάς, επανακαλλιεργούν και τη Λήμνο (παράγουν περίπου 10-15 τόνους τον χρόνο), και το Μαυραγάνι (γύρω στους 50-60 τόνους). Τον σπόρο του τελευταίου τον έφερε ο πατέρας τους Χρήστος από το Άγιον Όρος. Όλη την παραγωγή του μαυρομούστακου σταριού, αφού την αλέσουν, τη διαθέτουν αποκλειστικά στην εταιρεία Χρυσάφη, γνωστή στους καλοφαγάδες για τα εξαιρετικά τυριά της και τα τελευταία χρόνια και για το ψωμί από Μαυραγάνι που παρασκευάζει και πωλεί στα πρατήριά της σε όλη τη Λήμνο.

Εξαιρετικά άλευρα, αρτοπαρασκευάσματα και ζυμαρικά θα βρούμε όμως και σε ολόκληρο το νησί. Είναι γνωστή σε όλη την Ελλάδα η εταιρεία Σταματέρη, αλλά και η οικογένεια Ποριάζη με τα περίφημα παξιμάδια της, στο γραφικό χωριό Πορτιανού. Εκεί οι Ποριάζηδες αγόρασαν το 1962 τον πρώτο γερμανικό φούρνο, δίνοντας ένα μοσχάρι για πληρωμή, και μέχρι το 1982 προμήθευαν με ψωμί τον στρατό.

H Φωτεινή Ποριάζη με τα χειροποίητα ζυμαρικά (συνταγή σελ. 92 του τεύχους 146), στην αυλή του Λαογραφικού μουσείου του χωριού Πορτιανού, στη Λήμνο.

Τα ζυμαρικά βράζουν στο πετιμέζι

Η Φωτεινή Ποριάζη, η νέα γενιά της ομώνυμης εταιρείας, μας πήγε στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου του χωριού Πορτιανού κουβαλώντας αλεύρια, μελίχλωρα, αυγά και πετιμέζι. Η κ. Όλγα Σκαλιώτη, εξαίρετη μαγείρισσα, ήταν ήδη εκεί με τα σύνεργά της. Μας ετοίμασε με τη βοήθεια της συγχωριανής και φίλης της Μάλαμας Λάσκαρη τα περίφημα φλωμάρια, τις λεπτοκομμένες χυλοπίτες της Λήμνου, αλλά και αυτούδια, βαλάνες, μουστοκούλικα και τηγανόπιτες. Όπως σε όλη την Ελλάδα, έτσι και στη Λήμνο τα χειροποίητα ζυμαρικά είναι το βασικό υλικό για πολλές παρασκευές. Τα μαγειρεύουν με κόκορα, με ροφό, με αστακό, με αρνάκι. Τα πασπαλίζουν με μελίχλωρο, όμως τα κάνουν και γλυκά, τα περιχύνουν με μέλι ή τα βράζουν σε πετιμέζι, όπως στην περίπτωση των μουστοκούλικων: αφού παρασκευάσουν τις βαλάνες, παχουλά ζυμαρικά σαν κοχύλια, τα βράζουν, αντί για νερό, σε πετιμέζι και τα απολαμβάνουν ως απογευματινό ή ένα γρήγορο βραδινό. Για πρωινό έχουν τις τηγανόπιτες: είναι η ίδια ζύμη με τα φλωμάρια που την ανοίγουν σε λεπτούς δίσκους, τους οποίους τηγανίζουν. Τις σερβίρουν πασπαλισμένες με γενναίες δόσεις τυριού, όπως σχεδόν τα πάντα στη Λήμνο, μαζί με τον πρωινό καφέ.

 O Γιάννης και ο Άρης Βοΐδης τυροκομούν το τυρί σε πλαστικά καλαθάκια που προμηθεύτηκαν από την Ιταλία (εκεί τα χρησιμοποιούν για τη ρικότα), αφού στην Ελλάδα δεν κατασκευάζουμε.

«Δεν χαλαλίζουμε το γάλα για το βούτυρο»

Τυρί παντού! Πάνω στις τηγανίτες, στα ζυμαρικά, στις σούπες, στο ψωμί, αλλά και πάνω στο αρνί, στο περίφημο «κασπακ’νό», μέσα στις πίτες, γλυκές και αλμυρές. Μελίχλωρο, κασκαβάλι και καλαθάκι τα παραδοσιακά τυριά του νησιού από αιγοπρόβειο γάλα. Στη Λήμνο δύσκολα αμφισβητείς την καταγωγή του γάλακτος. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας δεν βλέπεις αρκετά ζώα στα βοσκοτόπια, αλλά βρίσκεις γάλα, γιαούρτια, επιδόρπια γιαουρτιού, τυριά και βούτυρα από γάλα της περιοχής. «Μα είναι δυνατόν; Φτάνει το γάλα για τόσα προϊόντα;» αναρωτιέσαι. Στη Λήμνο δεν αναρωτιέσαι, γιατί, όπου βρεθείς και όπου σταθείς, στην πεδιάδα, στον λόφο, δίπλα στη θάλασσα, βλέπεις πρόβατα και κατσίκια να βόσκουν αμέριμνα. Από το γάλα τους οι Λημνιοί παράγουν σχεδόν μόνο τυριά, άντε και λίγο γιαούρτι. «Μα αφού λάδι δεν παράγετε, γιατί δεν κάνετε βούτυρο;» ήταν μία από τις ερωτήσεις μου στο καφενείο, όπου σχεδόν όλοι οι θαμώνες, ό,τι επάγγελμα και αν κάνουν, έχουν και μερικά ζώα και τυροκομούν το δικό τους τυρί, κυρίως καλαθάκι. «Δεν χαλαλίζουμε το γάλα για το βούτυρο. Το θέλουμε για το τυρί. Άλλωστε στο φαγητό δεν χρησιμοποιούμε βούτυρο, αλλά λάδι που από παλιά παίρνουμε από τη Μυτιλήνη», ήταν η απάντησή τους.

«Δεν ξέρω πόσο κοστίζει η φέτα στα μαγαζιά, έχω χρόνια να αγοράσω», μου εξομολογείται η κ. Ρένα Λασκαρίδου, συνταξιούχος καθηγήτρια Γαλλικών. «Φτιάχνω μόνη μου και καλαθάκι, αλλά και μελίχλωρο».

H οικιακή τυροκόμιση είναι ιδιαίτερη δημοφιλής στη Λήμνο. Η κ. Ρένα Λασκαρίδου παρασκευάζει τυρί, και μάλιστα στα φυσικά καλαθάκια από βούρλα.

Τα καλαθάκια απο βούρλα κάνουν πιο νόστιμο το τυρί

Σε κάθε σπίτι, σε κάθε αυλή, βλέπουμε στεφάνια από αμάραντο, που φτιάχνουν την Πρωτομαγιά και τα κρατούν όλο τον χρόνο. «Αμάραντος για την αειθαλότητα, αγκαθάκι για το μάτι, μολόχα για την υγεία και σιτάρι για την καρποφορία», μας εξηγεί ο Γιώργος-Ραφαήλ Γιαννέλης, 26 χρόνων, φιλόλογος, με μεταπτυχιακό στη Λαογραφία και ερασιτέχνης τυρεβάνας. Την τέχνη του τυρεβάνα, του τεχνίτη δηλαδή που φτιάχνει τα καλαθάκια για το ομώνυμο τυρί, του τη δίδαξε η νονά του. «Στη Λήμνο η τέχνη μαθαίνεται από θηλυκό σε αρσενικό μέλος της ευρύτερης οικογένειας», μας λέει καθώς πλέκει τα κομψά καλαθάκια από βούρλα. Πλέον, τα καλαθάκια από βούρλα τα χρησιμοποιούν μόνο οι μερακλήδες, οικιακοί τυροκόμοι. Τα μεγάλα τυροκομεία χρησιμοποιούν πλαστικά. Όλοι ορκίζονται όμως ότι το τυρί που στραγγίζει στα καλαθάκια από βούρλα είναι πιο νόστιμο και με διαφορετικό άρωμα.

Το καλαθάκι είναι τυρί ΠΟΠ (Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης), γίνεται από αιγοπρόβειο γάλα και έχει φρέσκια και απαλή γεύση, θρυπτή υφή και είναι ελαφρώς όξινο, ενώ το μελίχλωρο είναι ημίσκληρο, υποκίτρινο και στραγγίζεται σε σκιερούς και καλά αεριζόμενους χώρους, κατά προτίμηση βορινούς. Το κασκαβάλι, το τυρί των κεχαγιάδων (Λημνιοί κτηνοτρόφοι), μοιάζει με το μελίχλωρο, αλλά έχει πιο έντονο άρωμα και βουτυράτη γεύση.

Τα τυριά του νησιού μάγεψαν και τον κ. Γιώργο Βοΐδη, διευθυντή τράπεζας στην Αθήνα που παραιτήθηκε από τη δουλειά του, μετοίκησε στη Λήμνο, τόπο καταγωγής της συζύγου του, και δημιούργησε μαζί με τους γιους του, τον Άρη και τον Γιάννη, το Κτήμα Βίγλα, ένα σύγχρονο τυροκομείο. Εκτός από υπέροχα τυριά, έχει και βιολογικό καθαρισμό λυμάτων, κάτι που εκτιμήσαμε ιδιαίτερα, γνωρίζοντας τα προβλήματα που έχει όλη η Ελλάδα ως προς αυτό το θέμα. Έχει περί τα 300 πρόβατα και 50 κατσίκια, παράγει 350-400 τόνους γάλα και από το γάλα αυτό γύρω στους 75-80 τόνους τυρί. Παρασκευάζει και ένα υπέροχο, βελούδινο πρόβειο γιαούρτι με απαλό άρωμα και φίνα υφή.

H κυρία Μαρίκα Σαλαμουσά (όρθια, δεξιά) μαγείρεψε το κασπακινό αρνάκι και τις πίτες για το πικνίκ.

«Να ψήσω αρνί, να πάμε για πικνίκ;»

Με εξαίρεση τους φαντάρους που έκαναν τη θητεία τους στο νησί (μην ξεχνάμε ότι εδώ υπήρχαν μέχρι πρόσφατα 13 στρατόπεδα και τώρα υπάρχουν 6, επίσης μεγάλος αριθμός), όλοι οι άλλοι μαγεύονται. Όσοι φεύγουν από το νησί ξαναγυρίζουν, όσοι το επισκέπτονται για πρώτη φορά επιστρέφουν και κάποιοι μάλιστα το επιλέγουν και για μόνιμη κατοικία. Σίγουρα παίζουν ρόλο οι μοναδικής ομορφιάς αμμοθίνες (η «Σαχάρα» της Ελλάδας), τα φλαμίνγκο που ζουν στους βιότοπους, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ελάφια που κατεβαίνουν από το κάστρο της Μύρινας και σεργιανίζουν στον παραλιακό δρόμο του Ρωμαίικου Γιαλού. Σημαντικό ρόλο όμως παίζουν οι άνθρωποι, που είναι φιλόξενοι και μερακλήδες, πληθωρικοί και περήφανοι. Έχουν ζήσει και αυτοί, όπως όλες οι παλαιότερες γενιές στην Ελλάδα, τη μετανάστευση, την προσφυγιά, τη φτώχεια, την ανέχεια, την αγωνία για την επιστροφή των ναυτικών και των σφουγγαράδων και, σαν να ορκίστηκαν όλοι μαζί «ποτέ ξανά», αρνήθηκαν τη λιτότητα και έφτιαξαν μια πολύ πλούσια κουζίνα, που την προσέχουν, την εμπλουτίζουν με νέες ιδέες και, κυρίως, τη μοιράζονται. Όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα λέμε «αρνάκι στον φούρνο», εννοούμε συνήθως με πατάτες, λίγο σκόρδο, άντε και δεντρολίβανο. Στη Λήμνο εννοούν το «κασπακινό», με μυρωδικά, φρέσκα κρεμμυδάκια, σταφίδες, ρύζι και, φυσικά, τυρί. Εννοείται ότι έχουν και γεμιστό αρνί ή κατσίκι, αλλά αυτό το συναντάμε και στην Άνδρο (λαμπριάτης) και σε άλλα νησιά. Όταν στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια ανακαλύψαμε και εξήραμε τις αρετές του brunch, για τους Λημνιώτες είναι από χρόνια εκ των ων ουκ άνευ: τηγανόπιτες, στριφτά πιτάκια με τυρί, με κολοκύθα, τηγανίτες με τριμμένο μελίχλωρο ή με πετιμέζι και καπλαμάς (φρυγανισμένο χωριάτικο ψωμί με ψητό μελίχλωρο και τηγανητό αυγό μελάτο) συνοδεύουν τον καφέ ή το τσάι τους. Οι μερακλήδες μάλιστα τον ελληνικό τον «ψήνουν» σε πήλινο μπρίκι. Πήλινο από το μαγικό και θεραπευτικό χώμα της λημνιακής γης, που στην αρχαιότητα το μάζευε η ιέρεια μετά από θυσίες στους θεούς, το έπλαθαν σε δισκίο και το σφράγιζαν με τη μορφή της Άρτεμης, παρασκευάζοντας έτσι το πρώτο «φαρμακευτικό» χάπι στην ανθρώπινη ιστορία.

«Έχω στο ψυγείο αρνάκι, να το ψήσω, να πάμε για πικνίκ;» ρωτάει η Θεοδοσία Καλημανά, λογίστρια από τη Νέα Κούταλη. «Πάμε την Κυριακή, θα φέρω κόκορα με φλωμάρια», απαντά αβίαστα ο Αλέξανδρος, και εγώ, που για πικνίκ έχω στο μυαλό μου βραστά αυγά, κεφτεδάκια και καμιά ντομάτα, γελώ με την ψυχή μου.

O δρ Νικόλας Πατεράκης με τα βιολογικά βότανά του.

Βγάζει λάδι η Λήμνος;

«Τα ελαιόδεντρα δεν ευδοκιμούν στο νησί», «δεν έχουμε πολύ θυμαρίσιο μέλι», «σιγά μην καλλιεργήσεις βιολογικά μυρωδικά στο νησί» και πολλά παρόμοια που υπήρχαν στη νοοτροπία των Λημνιών δεν υπάρχουν πλέον. Επίμονοι, δουλευταράδες και ανοιχτόμυαλοι, οι σημερινοί Λημνιοί αμφισβητούν και έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα νέο τοπίο στην παραγωγή και συνεπαγωγικά στη γαστρονομία. Ο Τάσης Λασκαρίδης, γνωστός αρχιτέκτονας των Αθηνών, συνταξιούχος πλέον και περήφανος ιδιοκτήτης του κτήματος «Όλον» στο Διαπόρι, καλλιεργεί ελαιόδεντρα ποικιλίας Αδραμυτινής, Μανάκι αλλά και Κορωνέικης, και σε πείσμα όλων όσοι τον αμφισβητούσαν παράγει ένα εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο που χαίρει της εκτίμησης όλων, και κυρίως ειδικών γευσιγνωστών. Ο Δημήτρης Χασάπης, τέως επενδυτής Χρηματιστηρίου στην Αθήνα, και νυν ακούραστος μελισσοκόμος, τρυγά εξαιρετικό άγριο θυμαρίσιο μέλι που έχει σαρώσει διεθνή βραβεία (ανάμεσα σε αυτά και τα πολύ σημαντικά της Biomiel και της Apiomontia). Ο περιβαλλοντολόγος δρ Νικόλας Πατεράκης επέστρεψε στη Λήμνο για να καλλιεργήσει βιολογικά ρίγανη, θυμάρι, λεβάντα, σιδερίτη κ.ά. και να δημιουργήσει την εταιρεία Αegean Οrganics, μια καθετοποιηµένη µονάδα παραγωγής, επεξεργασίας και µεταποίησης βιολογικών βοτάνων. Ο 38χρονος Νίκος Παλαίστρος, τεχνίτης, παρασκευάζει εξαιρετικούς καβουρμάδες από μοσχάρι, χοιρινό, αρνί, αλλά και κατσίκι (!), ενώ τα εστιατόρια Milos σε όλο τον κόσμο (Nέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Λας Βέγκας, Μοντρεάλ, Μαϊάμι, Αθήνα, Λονδίνο) ορκίζονται στα φρέσκα ψάρια και αλίπαστα της εταιρείας Λήμνου Θάλασσα.

Νέος αέρας πνέει και στα εστιατόρια

Στο χωριό Λύχνα, το «Έννοια πο’χεις» (σ.σ. μη νοιάζεσαι, μη σκας), καφενείο-εστιατόριο, είναι προορισμός για τους καλοφαγάδες. Ο σούπερ ταλαντούχος Ελληνοαυστριακός Λουκάς Μάιλερ, μαζί με την Ελπίδα και τον Άκη στην κουζίνα, μαγεύει με τα πιάτα του, τις πρώτες ύλες και τις τεχνικές του. Ο ιδιοκτήτης, Βασίλης Πιαντές, επιμένει να σερβίρει καφέ από το πρωί στους κατοίκους του μικρού χωριού, ακολουθώντας επίσης τη φιλοσοφία του μεζέ και της παρέας. Ένα μαγικό μέρος σε ένα μικρό και άσημο χωριό, χωρίς τουρισμό, που μοιάζει σαν αυτά που ζηλεύεις στα ταξίδια σου στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σαν αυτά δηλαδή που είναι στο πουθενά και έχουν αστέρια Μισελέν.

Στην παραλία Γομάτι, λίγο πριν φτάσουμε στις Αμμοθίνες, θα βρούμε το «Φλωμάρι», ένα απίθανο εστιατόριο με ιδιοκτήτρια και σεφ τη Μάλαμα Mπανάβου. Νέα, ταλαντούχα και ορεξάτη, μαγειρεύει εκλεκτά λημνιακά φαγητά, μαζεύει κρίταμο από το απέναντι νησάκι, καθαρίζει μόνη της την παραλία και επιλέγει ποιοτικές πρώτες ύλες για το εστιατόριό της. Στο πλευρό της, η γλυκύτατη μητέρα της, η κ. Φωτεινή, ζυμώνει ψωμί, ανοίγει φύλλα για πίτες, τη βοηθάει σε κάθε της βήμα και, το κυριότερο, ακούει όλες τις γκρίνιες και τις φωνές όταν η Μάλαμα κουράζεται. Απίστευτες κυρίες και οι δύο, αξέχαστα τα φαγητά.

Το καλύτερο λημνιακό πρωινό, νόστιμα πιάτα για το βραδινό κρασί, σπιτικές πίτες, αλλά και γευσιγνωσίες τυριών, κρασιών και άλλων εκλεκτών προϊόντων στη χαλαρή «Pezoula» του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου. Από όλη τη Λήμνο, θα πάτε εκεί για πρωινό και, αν μένετε στον Μούδρο, σίγουρα θα γίνει το στέκι σας όλες τις ώρες της ημέρας.

Προσεχώς... Λημνιακή σαμπάνια

Όσο για τα περίφημα λημνιακά κρασιά, το κόκκινο Λημνιό ή Καλαμπάκι (η αρχαιότερη καταγεγραμμένη ποικιλία στον κόσμο) και το λευκό Μοσχάτο Αλεξανδρείας μπορεί να αποτελούν το βαρύ πυροβολικό του νησιού, αλλά οι παραγωγοί τους δεν επαναπαύτηκαν. Το Κτήμα Χατζηγεωργίου ετοιμάζει νέες εγκαταστάσεις για να οινοποιήσει νέα κρασιά με τη μέθοδο της σαμπάνιας, η εταιρεία Limnos Organic Wines του Γιάννη Σαββόγλου και του συνεταίρου του Παντελή Τσιβόλα, με αρκετές διακρίσεις σε διεθνείς διαγωνισμούς, παράγει κρασιά από βιολογικής καλλιέργειας αμπέλια, ενώ ξεκίνησε την καλλιέργεια και την παραγωγή Ασύρτικου. Αέρας ανανέωσης και για την Ένωση – Limnos wines (Αγροτικός Συνεταιρισμός Λήμνου): αλλαγμένα λογότυπα και ετικέτες και νέα κρασιά στην αγορά.

 Ο κ. Παναγιώτης Μαυρουδής.

Λημνιακά σιτηρά

Οι ποικιλίες Λήμνος και Μαυραγάνι, ντόπιες ποικιλίες σιτηρών, δίνουν ένα κίτρινο αλεύρι με περίσσια νοστιμιά, ιδανικό για χωριάτικο ψωμί, πίτες και ζυμαρικά. Ο Παναγιώτης Μαυρουδής, ακούραστος μυλωνάς από τα μικράτα του, μας ξενάγησε στον κυλινδρόμυλό του στο Καρπάσι, μας φίλεψε ζεστό χωριάτικο καρβέλι που ζύμωσε η γυναίκα του και μας έδειξε μέρος της παραγωγής των περίφημων λημνιών αλευριών. Εκτός από τα σιτάρια, η Λήμνος παράγει και το περίφημο κριθάρι Παναγιάς, ιδανικό για παξιμάδια, ενώ παλαιότερα υπήρχαν στο νησί και μεγάλες καλλιέργιες σησαμιού. Δυστυχώς, μικρές ποσότητες παράγονται τα τελευταία χρόνια και αξιοποιούνται κυρίως στην παρασκευή των σαμσάδων, των ντόπιων σιροπιαστών γλυκών, που θυμίζουν σαραϊγλί με γέμιση σουσαμιού και αμυγδάλου. Τους πιο φίνους και τραγανούς τούς δοκιμάσαμε στο πρατήριο του εργαστηρίου «Κασπακ’νές λιχουδιές» στη Μύρινα, διά χειρός Μυρσίνης Χρυσοκεφάλου-Χορού.

Ο κ. Δημήτρης Χασάπης.

Βραβευμένο μέλι

Αφθονία σε μυρωδικά και αγριολούλουδα έχει η Λήμνος, γι’ αυτό και το μέλι της είναι αρωματικό και εκλεκτό. Ο Δημήτρης Χασάπης, τέως επενδυτής Χρηματιστηρίου στην Αθήνα, βοηθώντας πριν από μερικά χρόνια στα μελίσσια του έναν ηλικιωμένο παπά που αρρώστησε, κόλλησε το... μικρόβιο και τώρα έχει περίπου 150 μελίσσια. Το εξαιρετικό άγριο θυμαρίσιο μέλι «Honey Hasapis» που παράγει, έχει σαρώσει διεθνή βραβεία (ανάμεσα σε αυτά, και τα πολύ σημαντικά της Biomiel και της Apiomontia).

Η κακαβιά του σφουγγαρά

Στη Νέα Κούταλη γνωρίσαμε τον τελευταίο σφουγγαρά της Λήμνου, τον κ. Νίκο Καλημανά, που κυριολεκτικά μεγάλωσε μέσα στα σφουγγαράδικα, αφού το πρώτο ταξίδι το έκανε σε ηλικία 13 χρόνων. Πλέον έχει παραδώσει τις άδειες, αλλά το επάγγελμα θα το συνεχίσει ο γιος του Γιάννης. «Δύσκολη δουλειά, τέσσερα πέντε άτομα να ζουν για μήνες μέσα στο καΐκι, τα τέσσερα να κοιμούνται στην καμπίνα, ενώ ο καπετάνιος στη θέση του, σε επικλινές κάθισμα. Βέβαια ήταν επικερδής και έζησα καλά την οικογένειά μου». Όσο για την κακαβιά του που μας μαγείρεψε στο καΐκι; Όνειρο! Δεν βάζει βραστόψαρα (δεν του αρέσουν, γιατί έχουν πολλά κόκαλα), δεν βάζει ξινό (πολλοί το προσέθεταν στη σούπα τις εποχές που δεν είχαν ψυγεία στα καΐκια, ώστε να διατηρούν λεμόνια και άλλα τρόφιμα), δεν βάζει θαλασσινό νερό (δεν του αρέσει, γιατί πικρίζει). Χρησιμοποιεί σκορπίνα, αστακό και λάπινα (είδος ψαριού). Βράζει πρώτα τα λαχανικά (πατάτα, σέλινο καρότα) με μπόλικο λάδι και γλυκό νερό, μέχρι να καλομαλακώσουν, και μετά ρίχνει τα ψάρια και συνεχίζει το βράσιμο. «Πέντε λεπτά πριν σβήσουμε τη φωτιά, ρίχνουμε τον λεμονοχυμό, για να χυλώσει η σούπα», τονίζει ο κ. Νίκος και ετοιμάζει τα πιάτα για να δοκιμάσουμε.

Γνωρίστε τον Αλέξανδρο Αλεξάνδρου

Ο foodie ξεναγός μας, ο λόγος που γνωρίσαμε το νησί. Έτρεχε μαζί μας από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μας συστήσει τον τόπο του, τους παραγωγούς, τους εστιάτορες, τις Αμμοθίνες και τις μοναδικές παραλίες. Είναι δημιουργός του site γαστρονομικού τουρισμού «Taste Lemnos» και ο ιδιοκτήτης του εξαιρετικού café στον Μούδρο «Pezoula». Ενημερώνεται συνεχώς για προϊόντα του τόπου του αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας, ετοιμάζει λαχταριστά πρωϊινά και διοργανώνει στην τραπεζαρία-παντοπωλείο του γευσιγνωσίες καφέ και δοκιμές εκλεκτών προϊόντων. Eπίμονος και ακούραστος, προσπαθεί να κάνει ευρύτερα γνωστή τη γαστρονομία της Λήμνου και από πέρυσι είναι συνδιοργανωτής, μαζί με το Lemnos Wine Trails και τον πολυχώρο «Αποθήκη», του ετήσιου φεστιβάλ γαστρονομίας και οίνου Lemnos Philema.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ