ΜΟΥΣΙΚΗ

Η άστοχη επιλογή χώρου προσδιόρισε το αποτέλεσμα

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Αν Χάλενμπεργκ με το σύνολο Il Pomo d’ Oro ερμηνεύουν αποσπάσματα από όπερες του Χέντελ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Τι ιδέα και αυτή, να προσκαλέσει κανείς στο Ηρώδειο ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σύνολα ιστορικά ενημερωμένων ερμηνειών! Να τοποθετήσει, δηλαδή, μια ορχήστρα με λιγοστά όργανα και αδύναμο ήχο σε ανοικτό χώρο, εξ ορισμού ακατάλληλο για μουσική. Εύλογα, στις 12 Ιουνίου στη συναυλία του συνόλου Il Pomo d’ Oro, το τσέμπαλο δεν ακουγόταν καθόλου πάνω από τη 12η σειρά, με αποτέλεσμα συνολικά να αδικηθούν έργα και ερμηνευτές.

Οι Pomo d’ Oro έφτασαν στην Αθήνα υπό τη διεύθυνση του ταλαντούχου Μαξίμ Εμελιανίτσεφ και παρουσίασαν ένα πρόγραμμα με αποσπάσματα από όπερες του Χέντελ, καθώς επίσης δύο κοντσέρτα για τσέλο, το πρώτο του σύγχρονού του Τζοβάνι Μπενεντέτο Πλάτι και το δεύτερο του πολύ μεταγενέστερου Λουίτζι Μποκερίνι. Οσο μπορούσε να κρίνει κανείς υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η ορχήστρα, ενισχυμένη από γνωστούς Ελληνες μουσικούς, διέθετε την ορμή για τις θυελλώδεις σελίδες αλλά και την ευγένεια για τις λυρικές. Για ενδιάμεσες αποχρώσεις, δύσκολο να μιλήσει κανείς.

Το σύνολο συνεργάστηκε με τρεις γνωστούς σολίστες, την Καναδέζα υψίφωνο Καρίνα Γκοβέν, τη Σουηδή μεσόφωνο Αν Χάλενμπεργκ και τον νεαρό Γάλλο τσελίστα Εντγκάρ Μορό. Ακατανόητο γιατί ο τελευταίος αυτός έπαιξε σε σύγχρονο τσέλο, ενώ συνοδευόταν από ορχήστρα οργάνων εποχής. Ο ήχος του, εμφανώς ισχυρότερος από εκείνον των συναδέλφων του, επέτρεψε να εκτιμηθούν στο ακέραιο οι σημαντικές δεξιοτεχνικές ικανότητες, όπως επίσης η μουσικότητά του, ο τρόπος με τον οποίο απέδιδε τα λυρικά μεσαία μέρη των έργων, αλλά κυρίως η ικανότητά του να αρθρώνει τα ζωηρά μέρη σε εκφραστικές επιμέρους ενότητες.

Η συνεισφορά της Γκοβέν υπήρξε μάλλον απογοητευτική. Η ωραία λυρική φωνή της παρουσιάζει σήμερα εμφανή δυσκολία στην ψηλή περιοχή, όπου επιπλέον όταν δυναμώνει σε ένταση αποκτά παλμό ευρύ και χαλαρό. Ηταν ο λόγος για τον οποίο η τραγουδίστρια περιοριζόταν σε χαμηλή ένταση στις ψηλές νότες, με αποτέλεσμα συχνά οι ερμηνείες της να μοιάζουν με σχεδιάσματα. Προφανώς καλύτερη τύχη είχαν οι λυρικές άριες, όπως αυτή της Δάφνης από την κοσμική καντάτα «Απόλλων και Δάφνη», με την υποχρεωτική συνοδεία φλάουτου, ενώ τελείως περιττή επιλογή υπήρξε η δεξιοτεχνική άρια «Tornami a vagheggiar» / «Ελα γρήγορα πίσω» από την όπερα «Αλτσίνα», η οποία προκειμένου να ενταχθεί στο πρόγραμμα της βραδιάς που είχε τίτλο «Η μυθολογία του Χέντελ», εμφανίστηκε ως απόσπασμα από το συμπίλημα «Ο Δίας στο Αργος», που ο συνθέτης διαμόρφωσε και παρουσίασε στο Λονδίνο το 1739.

Αντίστροφα ήταν τα πράγματα στην περίπτωση της Χάλενμπεργκ. Στα λυρικά μέρη, η μεσόφωνος υπήρξε εκφραστικά συγκρατημένη στα όρια του μονότονου, όμως για τα ζωηρά διέθετε όλες τις νότες, την απαραίτητη δεξιοτεχνία και εξαιρετική άρθρωση. Αυτό που απουσίαζε συνολικά από τη βραδιά ήταν η υπερβολή: στο ύφος, στις διανθίσεις, στην έκφραση. Και είναι αλήθεια ότι μπαρόκ χωρίς υπερβολή δύσκολα γίνεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ