ΕΛΛΑΔΑ

Μια ζωή αφιερωμένη στο Δίκαιο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Στ. Τσακυράκης απεβίωσε σε ηλικία 67 ετών, το περασμένο Σάββατο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οσο ζούμε, θα μιλάμε με περηφάνια για τον ιδιαίτερο τίτλο τιμής που φέρουμε, να είμαστε οι τελευταίοι το δίκιο των οποίων υπερασπίστηκε ο Σταύρος Τσακυράκης». Το μήνυμα των οκτώ Τούρκων αξιωματικών για τον σπουδαίο καθηγητή, η εμφάνισή του στο πλευρό των οποίων στο Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν η τελευταία του σε δικαστική αίθουσα, είναι ένας ταιριαστός επικήδειος για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στην πνευματική, αλλά και πρακτική αναζήτηση του δικαίου, ενίοτε με μεγάλο προσωπικό κόστος.

Γεννηθείς στη Μήθυμνα το 1951, γιος του γιατρού της περιοχής, εισήχθη μέσω εξετάσεων στην Δ΄ Δημοτικού στο Κολλέγιο Αθηνών – όπου φοίτησε, με υποτροφία και ως οικότροφος, έως το 1970. Στο σχολείο ήταν μάλλον μέτριος μαθητής, ισχυρογνώμων, χωρίς τη γλυκύτητα του λόγου που μάλλον ήταν προϊόν πιο ώριμων χρόνων – ίσως και της ασθένειας την οποία γενναία υπέμεινε. Αλλά, όπως τον περιγράφει ένας παλιός του συμμαθητής, ήταν επίσης «παλικάρι – όχι επιθετικός, αλλά διατεθειμένος να σφίξει τα δόντια και να κάνει αυτό που απαιτούσαν οι περιστάσεις».

Ηδη ως μαθητής λυκείου είχε ενταχθεί μαζί με μια μικρή ομάδα συμμαθητών του στον «Ρήγα Φεραίο». Πολλοί μέσα στο Σαββατοκύριακο μνημόνευσαν το θάρρος που επέδειξε μετά τη σύλληψή του τον Αύγουστο του 1973, όταν άντεξε στα άγρια βασανιστήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ και έδωσε χρόνο σε συντρόφους που δεν ήταν γνωστοί ακόμα στις Αρχές να διαφύγουν στο εξωτερικό. Μετά την αμνηστία του Μαρκεζίνη, κατέληξε να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ως μέλος της συντονιστικής επιτροπής της κατάληψης, παρά την αρνητική αρχική στάση του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Μετά την πτώση της χούντας, ολοκλήρωσε το πτυχίο του στη Νομική Σχολή Αθηνών το 1976 και έλαβε το μεταπτυχιακό του στη Φιλοσοφία του Δικαίου το 1982 από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Την ίδια χρονιά, ξεκίνησε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως βοηθός επιμελητή (εκεί θα ολοκλήρωνε και το διδακτορικό του, το 1990), και στο ίδιο ίδρυμα έκλεισε την καριέρα του. Μιλούσε πάντα με ευγνωμοσύνη για το δημόσιο πανεπιστήμιο και όσα του έδωσε – παρότι ήταν θιασώτης της αναθεώρησης του άρθρου 16.

Στις δεκαετίες που δίδαξε, ώς το πανηγυρικό τελευταίο μάθημα που παρέδωσε τον περασμένο Απρίλιο, έγινε αντικείμενο λατρείας για τους φοιτητές του. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί παρέστησαν στην κηδεία προχθές στον Μόλυβο της Λέσβου – κάποιοι έχοντας ταξιδέψει από την Ιρλανδία, την Αγγλία, το Λουξεμβούργο και τις Βρυξέλλες. Τους γοήτευε η ευθύτητα του λόγου του, το χιούμορ του, η ακεραιότητα, η αδιαφορία για τίτλους και την εύνοια των εκάστοτε κυβερνώντων. Ο Τσακυράκης έμενε στο ενοίκιο έως το τέλος της ζωής του. Ενίοτε σε σημαντικές υποθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατέληγε να πληρώνει ο ίδιος τα δικαστικά έξοδα όσων εκπροσωπούσε, αντί να πληρώνεται. Η σύζυγός του, Πόπη Ρουσομάνη, διδάσκει σε νυχτερινό γυμνάσιο. Δεν επιχείρησε ποτέ να εξαργυρώσει την ηρωική του δράση στη χούντα. Δεν του άρεσε καν να συζητιέται το θέμα.

Κάτι άλλο που πάντοτε τον απωθούσε ήταν ο αριστερός λαϊκισμός – ίσως περισσότερο από τη δεξιά εκδοχή, γιατί ήταν ολίσθημα των «δικών» του. Καταφερόταν συστηματικά εναντίον του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού, των ακροτήτων του φοιτητικού κινήματος, της αγιοποίησης κάθε λογής «αγώνα», δίκαιου ή άδικου. Στις αρχές της μεγάλης κρίσης, τον Σεπτέμβριο του 2010, είχε γράψει άρθρο με τίτλο «Ζήτω το μνημόνιο», στο οποίο σημείωνε: «Στην πραγματικότητα, όταν κάποιο κράτος φτάνει στα πρόθυρα της κατάρρευσης, το ζήτημα δεν είναι αν θα πονέσει για να ανακάμψει, αλλά το πόσο πολύ θα πονέσει και αν θα κατορθώσει να ανακάμψει».

Στην περίοδο Τσίπρα, μηνύθηκε από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου –και μετέπειτα νομική σύμβουλο του πρωθυπουργού– Βασιλική Θάνου γιατί τόλμησε να της ασκήσει κριτική. Πέρυσι είχε την τιμή να ασχοληθεί μαζί του και ο Δ. Τζανακόπουλος, ο οποίος μίλησε για την «πολιτική στράτευση» του καθηγητή που τον οδηγούσε σε λανθασμένες συνταγματικές ερμηνείες (μια βαριά μομφή από τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης που έχει αποδείξει απτά ότι είναι «κάθε λέξη» του Συντάγματος).

Τη μέρα πριν φύγει για το τελευταίο του ταξίδι στον Μόλυβο, στις 13 Ιουλίου, μαζεύτηκαν στο σπίτι του στην Αθήνα αρκετοί παλιοί φίλοι. Ψιθυρίζοντας –δεν έβγαινε η φωνή του– κανόνιζε με όλους πότε θα τον επισκέπτονταν στο νησί του, όπως κάθε καλοκαίρι. Iσως όμως ήξερε ότι δεν θα προλάβαινε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ