Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Αποχαιρετισμός στον Μάνο Ελευθερίου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ

Στις προσωπικότερες και τις κοινωνικότερες στιγμές μας, στη λύπη και στη χαρά, το τραγούδι, είτε το σιγοψιθυρίζουμε μόνοι είτε το μοιραζόμαστε σε βουερές παρέες, είναι ο πιο πιστός μεταφραστής και διάκονος των αισθημάτων και της σκέψης μας, αδιάφορο σε ποια ειδικότερη κατηγορία κατατάσσεται. Και πολύ συχνά, καλά τραγούδια με ονοματεπώνυμο, με συγκεκριμένο δηλαδή τον πατέρα των στίχων τους, γίνονται κοινό κτήμα, με το όνομα του δημιουργού τους να το επικαλύπτει η συλλογική χρήση τους. Δεν ορφανεύουν έτσι. Αντίθετα, η στιχουργική τους ποιότητα, που αποδίδει με καθαρότητα και ευθυβολία τα αισθήματα του κόσμου, τα καθιστά στην κυριολεξία λαϊκά ή δημοτικά, μ’ έναν καινούργιο τρόπο.

Τέτοια τραγούδια υπάρχουν πολλά ανάμεσα στα πάνω από τετρακόσια που έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου στον μισό αιώνα της δημιουργικής παρουσίας του. Τα τραγούδια της «Θητείας», με τη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, και ξέρουμε και θυμόμαστε πάντα ποιος τα έγραψε. το στιχουργικό αλλά και το μουσικό ιδίωμά τους τα ξεχωρίζει και τα κατονομάζει. Αντίθετα, τραγούδια όπως το «Ο χάρος βγήκε παγανιά» ή «Το τρένο φεύγει στις οχτώ» τα τραγουδήσαμε, τα τραγουδάμε και θα συνεχίσουμε να τα τραγουδάμε σαν να είναι γεννήματα του προφορικού πολιτισμού, παρότι τα ίδια μάς ειδοποιούν –με το λεκτικό, την εικονοποιία ή την τεχνική τους– ότι προέρχονται από τον πολιτισμό της γραφής. Μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι τον Ελευθερίου δεν τον κατέτρυχε κανένα άγχος χαμένης ή απειλούμενης ιδιοκτησίας, δεν τον βασάνιζε καμία αγωνία ατομικής αθανασίας. Το τραγούδι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μειώνεται περιοριζόμενο στα χωράφια οποιασδήποτε ΑΕΠΙ. Ο Συριανός ποιητής και πεζογράφος το γνώριζε καλά αυτό.

Ούτε και άγχος λογιοσύνης είχε ο Μάνος Ελευθερίου, σαν αυτό που βλέπουμε να μετατρέπει σε ναρκισσιστικούς γρίφους τραγούδια νεότερων αυτοπαγιδευόμενων στιχουργών. Στην περίπτωσή του το δίλημμα «στιχουργός ή ποιητής;» χάνει την έτσι κι αλλιώς αμφισβητούμενη σημασία του. Με την ίδια υπευθυνότητα και το ίδιο πάθος αντιμετώπιζε όσους στίχους του προόριζε για μελοποίηση και όσους ετοίμαζε για εκτύπωση υπό μορφή βιβλίου. Την ίδια βαθιά ταραχή τού προκαλούσε η έμπνευση, ώσπου το χάος να μορφοποιηθεί σε λέξεις. Είτε το τραγούδι είναι ο προορισμός είτε το τυπωμένο ποίημα, η τεχνική διαφέρει, όχι η τέχνη.

Ο Μάνος Ελευθερίου ήξερε να φτιάχνει τραγούδια λαϊκά χωρίς να κάνει σκόντο σε τίποτε. Γι’ αυτό θα συντροφεύει και τις επόμενες γενιές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ