ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντίθετα με αυτό που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που αφήνει πίσω της τα προγράμματα διάσωσης, οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια περιορίζονται σε εξαιρετικά μέτρια επίπεδα, απέχοντας πάρα πολύ από τη δυναμική που έδειξαν οι οικονομίες άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια. Η Ιρλανδία και η Κύπρος, για παράδειγμα, στο έτος που ακολούθησε την «έξοδό» τους, είδαν την ανάπτυξη του ΑΕΠ τους να εκτινάσσεται στα επίπεδα του 4,8% και του 4% αντίστοιχα. Η Ελλάδα ωστόσο έχει αρκεστεί σε «χαμηλές πτήσεις» για χρόνια, με τους ρυθμούς ανάπτυξης να εκτιμώνται γύρω από το 2%.

«Ευπάθειες»

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους που μίλησαν στην «Κ», οι λόγοι που εξηγούν αυτή την υποτονική αναπτυξιακή δυναμική της χώρας εντοπίζονται τόσο στις «ευπάθειες» της ελληνικής οικονομίας, όπως η έλλειψη άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες «χτυπούν» το επιχειρηματικό περιβάλλον, όσο και στο οικονομικό μοντέλο της χώρας καθώς και στη συνέχιση της δημοσιονομικής λιτότητας.

Οι λόγοι που οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τοποθετούνται πολύ χαμηλότερα σε σχέση με αυτούς των άλλων χωρών που βρέθηκαν και βγήκαν από τα προγράμματα διάσωσης είναι πολύ συγκεκριμένοι, όπως σημειώνει στην «Κ» ο κ. Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς.

Πρώτον, όπως τονίζει, το ζήτημα της δημοσιονομικής προσαρμογής στην Ελλάδα δεν έχει τελειώσει. Παρά το τέλος του μνημονίου, αναμένονται νέες μειώσεις σε συντάξεις και αφορολόγητο, και αν και μέρος της επίδρασής τους θα αντισταθμιστεί από αντίμετρα, δεν υπάρχει πλήρης δημοσιονομική ουδετερότητα για τη χώρα. Αυτό δεν συνέβη με τις άλλες χώρες όταν βγήκαν από τα προγράμματα, οι οποίες αν και έπρεπε να εφαρμόσουν κάποια διαρθρωτικά μέτρα, ωστόσο είχαν αφήσει πίσω τους τη δημοσιονομική λιτότητα. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις όπως αυτή της Πορτογαλίας, υπήρξε δημοσιονομική χαλάρωση.

Ο δεύτερος λόγος, σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, είναι πως το βάθος και η διάρκεια της ύφεσης που υπέστη η Ελλάδα ήταν μεγαλύτερα. Η αύξηση, για παράδειγμα, της ανεργίας ήταν τόσο μεγάλη που οδήγησε πολλούς Ελληνες στη μετανάστευση. Παράλληλα υπάρχει μεγάλο επενδυτικό κενό, καθώς επί περίπου δέκα χρόνια η Ελλάδα δεν προσείλκυσε επενδύσεις.

Τέλος, στην Ελλάδα «η κρίση ήταν η κορυφή του παγόβουνου και όχι η αιτία», υπογραμμίζει ο κ. Λεκκός. Οταν η χώρα ξεπέρασε το πρόβλημα των ελλειμμάτων και πέρασε σε πλεονάσματα, η κρίση και η ύφεση δεν πέρασαν. «Αυτό έχει να κάνει με το οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας, το οποίο πρέπει να αλλάξει», επισημαίνει. Το διάστημα 1995-2008 υπήρχε ανάπτυξη και το οικονομικό μοντέλο της χώρας βασιζόταν στην κατανάλωση, στην οικοδομική δραστηριότητα, στις εισαγωγές και στον δανεισμό. Αλλά πλέον έχει φτάσει στα όριά του. Αντίθετα, οι άλλες χώρες (όπως π.χ. η Ιρλανδία, η Κύπρος) είχαν ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο παραμένει λειτουργικό, εξηγεί ο κ. Λεκκός. «Η Ιρλανδία είχε δεχθεί πιέσεις από τους δανειστές να αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές, αλλά το αρνήθηκε. Στην Κύπρο, με το που λύθηκε το τραπεζικό πρόβλημα της χώρας η οικονομία ανέκαμψε».

Σε αυτό συμφωνεί και η κ. Ραφαέλα Τενκόνι, επικεφαλής οικονομολόγος της Wood & Company. Οπως σημειώνει στην «Κ», η Ιρλανδία και η Κύπρος βασίζουν το μοντέλο ανάπτυξής τους στην ελκυστική φορολογία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ετσι, μόλις αντιμετωπίσθηκε το πρόβλημα των τραπεζών, η ανάπτυξη ξεκίνησε και πάλι να αντανακλά το παγκόσμιο εμπόριο. Η Ελλάδα όμως δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Η ανάκαμψη της οικονομίας της να συνδέεται με τον ρυθμό με τον οποίο προσελκύει άμεσες ξένες επενδύσεις καθώς και με τον ρυθμό ανάκαμψης του εγχώριου μέσου εισοδήματος και της κατανάλωσης. Με λίγα λόγια, τονίζει η κ. Τενκόνι, δεν μπορεί πραγματικά να περιμένει κανείς ότι η Ελλάδα θα μπορέσει σύντομα να αναπτυχθεί σαν την Ιρλανδία.

Η λύση είναι μία: επενδύσεις

Ο ρυθμός ανάπτυξης ταυτολογικά είναι ο ρυθμός μεταβολής της απασχόλησης επί τον ρυθμό μεταβολής της παραγωγικότητας, σημειώνει στην «Κ» ο κ. Μιχάλης Μασουράκης, επικεφαλής οικονομολόγος του ΣΕΒ. Ο πρώτος παράγοντας εξαρτάται από την αύξηση του πληθυσμού (και της μετανάστευσης), το πρότυπο ανάπτυξης (έντασης ή μη εργασίας), εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, κ.ο.κ. Ο δεύτερος παράγοντας εξαρτάται από τις επενδύσεις που γίνονται ή δεν γίνονται, λαμβάνοντας υπόψη τον πρώτο παράγοντα, και το θεσμικό πλαίσιο (φιλοεπενδυτικό ή όχι), που σε μεγάλο βαθμό συνδιαμορφώνει την πιθανή κερδοφορία μιας επένδυσης. Σε όλα τα παραπάνω υστερούμε.

«Η λύση είναι μία: επενδύσεις, επενδύσεις, επενδύσεις», τονίζει ο κ. Μασουράκης. «Ας φτιάξουμε το περιβάλλον και οι επενδυτές θα έρθουν. Η χώρα χρειάζεται διπλάσιους τουλάχιστον ρυθμούς επενδύσεων από ό,τι προβλέπεται στο μεσοπρόθεσμο, με ταυτόχρονη όμως στοχευμένη και αποτελεσματική προσπάθεια για την υποκατάσταση εισαγωγών (αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου προς μεγαλύτερη εξωστρέφεια), καθώς και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των δεξιοτήτων του πληθυσμού».

Τίτλοι τέλους για QE και waiver από τον Ντράγκι

Στις 10 Ιουλίου ο Μάριο Ντράγκι απαντώντας σε ερωτήσεις ευρωβουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε δώσει μια απάντηση που επιδεχόταν ερμηνειών σε ό,τι αφορά την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. «Η Ελλάδα μπορεί να πάρει μέρος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μόνο αν έχει το waiver. Η τρέχουσα μεταμνημονιακή ενισχυμένη εποπτεία δεν εγγυάται την ύπαρξη waiver». Κάποιοι είπαν πως ο πρόεδρος της ΕΚΤ απέκλεισε την Ελλάδα από το QE. Κάποιοι άλλοι τον ερμήνευσαν διαφορετικά: «Είναι η πρώτη φορά που ο Ντράγκι αναφέρει την Ελλάδα και το QE στην ίδια πρόταση, έπειτα από πολύ καιρό, σχολίασε ο οικονομικός αναλυτής Αλμπέρτο Γκάλο σε ανάρτησή του στο Twitter.

Και η HSBC εκτίμησε λίγες ημέρες αργότερα πως υπάρχει περιθώριο ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Την περασμένη Πέμπτη, όταν ετέθη εκ νέου το ερώτημα στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Μάριο Ντράγκι αποφάσισε να θέσει τέλος στις προσδοκίες, παρά το γεγονός ότι θα προτιμούσε να το αποφύγει λόγω των δραματικών γεγονότων στην πυρόπληκτη Αττική. «Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα δεν είναι επιλέξιμα για το QE, καθώς γι’ αυτό χρειάζεται το waiver (σ.σ.: κατ’ εξαίρεσιν αποδοχή τους ως ενέχυρα από την ΕΚΤ για την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες). Το waiver για τα ελληνικά ομόλογα λήγει μετά το τέλος του προγράμματος», είπε.

Τη Δευτέρα το ΔΝΤ πρόκειται να δημοσιοποιήσει την έκθεσή του για την ελληνική οικονομία (άρθρο 4) και τις εκτιμήσεις του για τη βιωσιμότητα του χρέους. Το καλό σενάριο είναι να διατηρήσει την άποψη πως το χρέος είναι διαχειρίσιμο έως το 2031.

Αυτή τη φορά ήταν σαφές πως η ΕΚΤ είχε αποφασίσει, τελικά, να μην κάνει «εκπτώσεις». Σύμφωνα με τους κανονισμούς της, τα ομόλογα ενός κράτους-μέλους είναι επιλέξιμα για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αν αυτό έχει υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση ή αν βρίσκεται σε πρόγραμμα, οπότε κατ’ εξαίρεσιν η ΕΚΤ τα αποδέχεται. Η Ελλάδα εξασφάλιζε το waiver όσο ήταν σε πρόγραμμα. Αφού δεν θα είναι, το waiver τελειώνει και μαζί οι προσδοκίες για το QE. Το μόνο επιχείρημα που είχε η ελληνική πλευρά, ήταν πως η ενισχυμένη εποπτεία είναι ... τόσο ενισχυμένη σαν να έχει μνημόνιο. Ωστόσο, η Φρανκφούρτη αποφάσισε ότι αυτή τη φορά δεν θα παίξει με τους όρους των κυβερνήσεων και των πολιτικών εντυπώσεων. Αν η Αθήνα θέλει QE, τότε να ζητήσει –και οι άλλες κυβερνήσεις να της δώσουν– νέο πρόγραμμα, εν προκειμένου προληπτική γραμμή. Αν θέλει «καθαρή» έξοδο, τότε θα έχει την ίδια αντιμετώπιση με τη Λευκωσία, η οποία, όμως, είχε κανονική καθαρή έξοδο και πρόσβαση στις αγορές με χαμηλό κόστος. Οταν έβγαινε η Κύπρος από το μνημόνιο, οι αγορές ξεχείλιζαν από υπερβάλλουσα και φθηνή ρευστότητα. Ετσι, η Λευκωσία επωφελήθηκε από τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, εμμέσως.

Για την Ελλάδα ωστόσο θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία η συμμετοχή στο QE. Το τέλος του προγράμματος δεν σηματοδότησε μια ουσιαστική μεταστροφή των επενδυτών έναντι της χώρας. Το ενδιαφέρον για ελληνικά ομόλογα είναι υποτονικό κι αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι παρά τη βούλησή του, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους δεν τόλμησε ακόμη να προχωρήσει σε μια έκδοση. Είναι ενδεικτικό ότι δεν βρήκε πρόθυμους επενδυτές ούτε για να ανταλλάξουν παλιά ελληνικά ομόλογα, που έχουν από την εποχή του PSI, με νέα.

Τη Δευτέρα το ΔΝΤ πρόκειται να δημοσιοποιήσει την έκθεσή του για την ελληνική οικονομία (άρθρο 4) και τις εκτιμήσεις του για τη βιωσιμότητα του χρέους. Το καλό σενάριο είναι να διατηρήσει την άποψη πως το χρέος είναι διαχειρίσιμο έως το 2031. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό θα έχει δυσάρεστες συνέπειες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ