H «Villa 20» φιλοξενεί μέχρι και 20 άτομα σε εννέα σουίτες, τέσσερις εκ των οποίων έχουν τη δική τους πισίνα. Η εκλεκτή παρέα μπορεί επίσης να βρεθεί γύρω από την infinity πισίνα των 40 μέτρων, στο σπα ή στην αίθουσα μπιλιάρδου, πριν δειπνήσει στο μοναστηριακό τραπέζι. Στους λόφους του Πόρτο Χέλι, το επιβλητικό κτίσμα είναι η μεγαλύτερη βίλα σε ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο της διεθνούς αλυσίδας Aman Resorts. ο ιδιοκτήτης της είναι Ευρωπαίος.

Κατοικία με υπογραφή, η «Villa 20» ανήκει σε μια ειδική κατηγορία πολυτελών σπιτιών στην Ελλάδα, το μικρό, ανερχόμενο κλαμπ των branded ιδιοκτησιών. Όπως και οι υπόλοιπες βίλες που έχουν πουληθεί στο πρώτο πολυτελές συγκρότημα της Aman στη χώρα, Amanzoe, η «Villa 20» παρέχει στον ιδιοκτήτη της όλες τις υπηρεσίες της αλυσίδας που αγαπούν οι απανταχού λάτρεις της, γνωστοί ως Aman junkies. Το συγκρότημα σχεδίασε ο Αμερικανός, με έδρα το Παρίσι, αρχιτέκτονας Εντ Τατλ, με συνεργάτες το ελληνικό γραφείο Archiplus. 

«Σε παγκόσμιο επίπεδο η αγορά των branded ακινήτων είναι ό,τι πιο ανταγωνιστικό αυτή τη στιγμή. Κι αυτό γιατί προσφέρει μια ζωή χωρίς προβλήματα, καθώς τα διαχειρίζονται επαγγελματίες», σημειώνει στο «Κ» η Κατερίνα Κατώπη, διευθύντρια πωλήσεων και μάρκετινγκ της εταιρείας επενδύσεων Dolphin Capital Partners,  της εταιρείας που εξειδικεύεται στην ανάπτυξη πολυτελών μονάδων σε όλον τον κόσμο όπως το Amanzoe στην Πελοπόννησο. «Οι πωλήσεις στο Aman έχουν πάει καλά μέσα στην Ελλάδα της κρίσης. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από ξένους και από Έλληνες του εξωτερικού, από χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία και η Νότια Αφρική». Το 85% της μονάδας πρόσφατα αγοράστηκε από τη Grivalia Hospitality, με το 15% να παραμένει στην Dolphin Capital Partners.

Δεκαπέντε βίλες Aman έχουν ήδη πουληθεί (η κατασκευή ξεκινά αφού έχει γίνει η πώληση), ενώ η τιμή εκκίνησης αγγίζει τα 3,2 εκατ. ευρώ για μια κατοικία δύο υπνοδωματίων. Οκτώ βίλες είναι σήμερα λειτουργικές, δύο είναι υπό κατασκευή και η κατασκευή μιας τρίτης ξεκινά άμεσα. Οι τιμές ενοικίασης μιας Aman βίλας κυμαίνονται από 3.000 μέχρι 28.000 ευρώ ημερησίως.  

Κάποτε στη Νέα Υόρκη

Οι «επώνυμες» κατοικίες δεν είναι μια καινούργια ιδέα. Πρωτοπόρος στον χώρο είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και ειδικά η Νέα Υόρκη, όπου πριν από έναν αιώνα ξενοδοχεία όπως το Sherry-Netherland στην Πέμπτη Λεωφόρο και το Carlyle στη Λεωφόρο Μάντισον, ξεκινούσαν να διαθέτουν διαμερίσματα με τη σφραγίδα τους. Οι αλυσίδες υπερπολυτελών ξενοδοχείων διατηρούν ηγετικό ρόλο στον χώρο και η Four Seasons προτείνει σήμερα διαμερίσματα στο Παλάτσο Τορναμπουόνι της Φλωρεντίας και στο πολυαναμενόμενο Twenty Grosvenor Square στο Λονδίνο. Τα τελευταία χρόνια, η τάση αγγίζει αισθητά και τον χώρο της μόδας, με προτάσεις όπως το «λιτό» Armani Residences ή το «πληθωρικό» Palazzo Versace στο «βασίλειο» των brands, Ντουμπάι, μεταξύ άλλων.

Στην Ελλάδα, η μέχρι σήμερα ιστορία των branded κατοικιών καθρεφτίζεται στις μεμονωμένες προσπάθειες κάποιων ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων και την απουσία διεθνών αλυσίδων. Από τους βασικούς λόγους για την ελάχιστη παρουσία της χώρας στη συγκεκριμένη αγορά ήταν η έλλειψη νομικού πλαισίου, καθώς ο νόμος που αφορά στην κατασκευή σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων ψηφίστηκε μόλις το 2011. Ο συγκεκριμένος νόμος δίνει πλέον τη δυνατότητα πώλησης τουριστικών κατοικιών με την απόκτηση της άδειας δόμησης. Για τις ξενοδοχειακές μονάδες, οι πωλήσεις αυτές σηματοδοτούν γρηγορότερη αύξηση εσόδων σε καταλύματα που χρειάζονται χρόνο για να εδραιωθούν.  

«Στην Ευρώπη, η τάση ξεκίνησε το 1980 και σήμερα η συγκεκριμένη αγορά κατέχει το 10% και ανεβαίνει, ενώ τα μεγαλύτερα μερίδια έχουν οι ΗΠΑ και η Ασία. Οι κυριότεροι “παίκτες” είναι οι hotel operators, ενώ δεν λείπουν και τομείς, όπως η βιομηχανία αυτοκινήτων, με ονόματα όπως η Aston Martin», λέει στο «Κ» ο κ. Αλέξανδρος Μουλάς, υπεύθυνος του τμήματος International Development Consultancy της βρετανικής εταιρείας Savills με έδρα το Λονδίνο. «Το κάθε brand προσφέρει μια σφραγίδα ποιότητας, ως προς την κατασκευή, το σέρβις και τις υπηρεσίες του ακινήτου».  

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του βρετανικού οίκου που καλύπτει τη Μεσόγειο από την Πορτογαλία και την Ισπανία μέχρι τις χώρες της Αδριατικής, την Κύπρο και την Τουρκία, εκείνοι που στοχεύουν στην αγορά επώνυμων ακινήτων είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν (πολύ) περισσότερο και χωρίζονται σε επενδυτές, επενδυτές-χρήστες των ακινήτων, χρήστες των ακινήτων που ενεργούν και ως επενδυτές και καθαρόαιμους «λάιφ στάιλ» αγοραστές. Ο ανταγωνισμός του ευρωπαϊκού Νότου για ένα branded σπίτι στον ήλιο είναι σκληρός, και η έρευνα δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην αρχή μιας μεγάλης διαδρομής στην οποία καλείται να παλέψει ενάντια σε «αυτοάνοσους» παράγοντες, όπως η πολιτική και οικονομική αστάθεια, η προσβασιμότητα (όπως η έλλειψη πτήσεων όλο τον χρόνο προς κάποιους προορισμούς) και η υψηλή φορολογία.

Κατοικία και εμπειρία

Πέρα από επένδυση, οι κατοικίες προσφέρουν και εμπειρίες. Οι ιδιοκτήτες των Navarino Residences στο Navarino Dunes του Costa Navarino της Μεσσηνίας, θα έχουν την ευκαιρία, με τη βοήθεια ειδικών, να καλλιεργήσουν τα δικά τους προϊόντα και γιατί όχι, να δημιουργήσουν και το δικό τους μίνι brand. Περίπου 50% των προς διάθεση ακινήτων  έχει πωληθεί ήδη από τα σχέδια, ενώ έχει ξεκινήσει η κατασκευή των πρώτων κατοικιών - από 400 τ.μ. μέχρι 1.400 τ.μ. Ένα brand πολυτελείας made-in-Greece. Η μονάδα δίνει στους ιδιοκτήτες των Navarino Residences (που προέρχονται από την Ελλάδα, χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης και τις ΗΠΑ) πρόσβαση στις υπηρεσίες και τις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος, το οποίο περιλαμβάνει δύο γήπεδα γκολφ. Οι κατοικίες συνδυάζουν τοπικά αρχιτεκτονικά στοιχεία με τους «νόμους» της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής και διακρίθηκαν πέρυσι ως η καλύτερη οικιστική ανάπτυξη παγκοσμίως στα International Property Awards. Σχεδιαστές τους τα ελληνικά αρχιτεκτονικά γραφεία A.N Tombazis & Associates, Potiropoulos + Partners, ISV Architects, K-Lab Architecture, Κois Associated Architects και k-studio.

Mια σίγουρη επένδυση

«Παλαιότερα δεν υπήρχε το επενδυτικό ενδιαφέρον. Σήμερα, όλα τα νέα ξενοδοχειακά πρότζεκτ, μικρά και μεγάλα, περιλαμβάνουν βίλες», σημειώνει ο Κώστας Σιδερής, αναλυτής της Algean Properties. «Το πρώτο κίνητρο για τους Ευρωπαίους και γενικά για τους ξένους είναι το προστατευμένο περιβάλλον. Είναι μια επένδυση με χαμηλότερη απόδοση, αλλά πιο σίγουρη γιατί έχει χαμηλότερο ρίσκο».

Κάποιοι από αυτούς μπορεί να αποκτήσουν μια από τις βίλες της πρώτης ελληνικής μονάδας της αλυσίδας One & Only, που αναμένεται να ανοίξει σε συνεργασία με την Dolphin Capital στη περιοχή Βρόσκοπος στη Τζια το 2020. Την ίδια στιγμή, Έλληνες, Ρώσοι και Δυτικοευρωπαίοι είναι ιδιοκτήτες κατοικιών στο Porto Carras Grand Resort της Χαλκιδικής, όπου η διάθεση ξεκίνησε το 2010 και συνεχίζεται σήμερα μ’ ένα νέο σχέδιο ανάπτυξης ιδιοκτησιών από 90 τ.μ. μέχρι 700 τ.μ. και τιμές έως και άνω τον 7 χιλ. ευρώ το τ.μ. 

Στο μεταξύ, η απόσταση είναι σχετική. Η «Villa 20» στο Πόρτο Χέλι απέχει εναερίως 2 ώρες και 40 λεπτά από τη Ζυρίχη και 9 ώρες και 35 λεπτά από τη Νέα Υόρκη - στις ώρες αυτές περιλαμβάνεται και η 25λεπτη πτήση με ελικόπτερο από τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών μέχρι την πόρτα. «Τους τελευταίους 9 μήνες υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις και αγορές στην Ελλάδα. Μεγάλο ρόλο παίζει το τι προσφέρεται, όπως το γκολφ ή μια μαρίνα», συμπληρώνει ο Αλέξανδρος Μουλάς. «Χρειάζεται ένα πλαίσιο φιλικό προς τις επενδύσεις. Η Ελλάδα έχει δυνατότητες, αλλά είναι θέμα πολιτικής βούλησης και εμπιστοσύνης στη χώρα».  ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ