Παράδοξο πρώτο: η πιο πολυσυζητημένη σειρά της χρονιάς φέτος δεν ήταν αμερικανική. Παράδοξο δεύτερο: δεν ήταν ούτε αγγλόφωνη. Ήταν ισπανική, γυρισμένη στη Μαδρίτη, με πρωταγωνιστές που μας ήταν παντελώς άγνωστοι. Το «Casa de Papel» ήρθε από το πουθενά, για να γίνει ένα φαινόμενο για τη νέα εποχή της τηλεόρασης. 

Περί τίνος πρόκειται; Ο Καθηγητής, όπως τον λένε όλοι, είναι ένας ιδεολόγος εγκληματίας που έχει συλλάβει το τέλειο σχέδιο για τη ληστεία του αιώνα. Στρατολογεί μια ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι, ακολουθώντας τις οδηγίες του, εισβάλλουν στο Νομισματοκοπείο της Μαδρίτης. Η δράση είναι καταιγιστική, τα σεναριακά ευρήματα συνεχή και η διασκέδαση του τηλεθεατή εξασφαλισμένη. Μετά τη σαρωτική της επιτυχία στην Ισπανία, η σειρά υιοθετήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από το Netflix, που την πρόσφερε υποτιτλισμένη ή και μεταγλωττισμένη στα 125 εκατ. συνδρομητές του σε όλο τον κόσμο – αναζητήστε την και με τον αγγλικό τίτλο «Money Heist». Σύμφωνα με στοιχεία του ίδιου του Netflix (που σπάνια μοιράζεται τέτοιες πληροφορίες), το «Casa de Papel» εξελίχθηκε ταχύτατα στη δημοφιλέστερη μη αγγλόφωνη παραγωγή που έχει φιλοξενηθεί ποτέ στην πλατφόρμα και η επιτυχία του επιβεβαίωσε κάτι που εδώ και καιρό είχαμε αρχίσει να συνειδητοποιούμε, ότι δηλαδή το παγκόσμιο κοινό δεν είναι πια επιφυλακτικό για τις μη αγγλόφωνες σειρές, όπως συνέβαινε σε πολύ μεγάλο βαθμό πριν από περίπου μία δεκαετία. 

Σταθμός στην «επανάσταση» των ευρωπαϊκών σειρών θεωρείται το 2011, όταν προβλήθηκε στη βρετανική τηλεόραση υποτιτλισμένο το δανέζικο αστυνομικό δράμα «Forbrydelsen», σημειώνοντας απίθανα νούμερα τηλεθέασης. Ακολούθησε η προβολή του σε δεκάδες χώρες (και στην Ελλάδα), ένα αμερικανικό remake («The Killing») και η καθιέρωση των σκανδιναβικών παραγωγών ως κάτι mainstream και συγχρόνως ξεχωριστό, ανοίγοντας άμεσα τον δρόμο για σειρές που επίσης αγαπήθηκαν πολύ, όπως το επίσης αστυνομικό «Bron/Broen» ή το πολιτικό θρίλερ «Borgen». Παράλληλα, σειρές και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να αποκτούν ένα υπερεθνικό κοινό και φήμη εφάμιλλη των αγγλόφωνων παραγωγών, όπως το γαλλικό μεταφυσικό θρίλερ «Les Revenants» ή το μαφιόζικο ιταλικό δράμα «Gomorra».  

Απόβαση στην Ευρώπη

Η σταδιακή εξοικείωση του διεθνούς κοινού με τις ξενόγλωσσες σειρές και το γεγονός ότι η τηλεόραση άρχισε να μεταφέρεται στο διαδίκτυο και να γίνεται τρόπον τινά παγκόσμια είναι τα δύο στοιχεία που έχουν προκαλέσει αυτή την άνθηση των ευρωπαϊκών σειρών που παρατηρούμε σήμερα – σειρών γυρισμένων στα ποιοτικά πρότυπα που έχουμε συνηθίσει από τις αμερικανικές και τις βρετανικές παραγωγές και που δεν προορίζονται για κατανάλωση εντός των τειχών στους παραδοσιακούς τηλεοπτικούς δέκτες. Το ΗΒΟ, για παράδειγμα, ετοιμάζει (θα είναι έτοιμο σε λίγους μήνες) τη μεταφορά στην τηλεόραση του πρώτου μέρους της Τετραλογίας της Νάπολης της Έλενα Φεράντε. Η σειρά, που θα έχει τίτλο «Η υπέροχη φίλη μου» (όπως το πρώτο βιβλίο), γυρίστηκε στον ιταλικό Νότο με πρωταγωνιστές Ιταλούς ηθοποιούς, αλλά προφανώς δεν θα απευθύνεται αποκλειστικά σε Ιταλούς τηλεθεατές. Έτσι κι αλλιώς, το ΗΒΟ ήταν το πρώτο μεγάλο αμερικανικό δίκτυο που ενδιαφέρθηκε όχι να αναμεταδώσει, αλλά να παραγάγει πρωτότυπο υλικό στην Ευρώπη μέσω του ευρωπαϊκού του παραρτήματος (HBO Europe). Εδώ και λίγα χρόνια άρχισε να υπογράφει παραγωγές σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, απευθυνόμενο σε ένα συγκεκριμένο κοινό και καλλιεργώντας την κουλτούρα της «καλής» τηλεόρασης με σειρές όπως το τσεχικό «Wasteland», το πολωνικό «The Pact», το ρουμανικό «Umbre» ή ακόμα και το «The Young Pope» (συμπαραγωγή των ΗΒΟ, Sky Atlantic και Canal+), το οποίο γυρίστηκε μεν στην Ιταλία, αλλά με βασική γλώσσα την αγγλική. 

Την ίδια στιγμή, το Netflix αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο βήμα για την κατάκτηση της ηπείρου μας, καθώς ετοιμάζεται να εγκαταστήσει το πρώτο του ευρωπαϊκό στούντιο παραγωγής – θα ονομάζεται Ciudad de Tele (Πόλη της Τηλεόρασης) και θα βρίσκεται λίγο έξω από τη Μαδρίτη. Εκεί θα γυρίζονται πλέον οι ευρωπαϊκές του σειρές, όπως ο νέος κύκλος του «Casa de Papel», που πια θα λογίζεται ως δική του παραγωγή. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ήδη αρκετές από τις πιο πολυδιαφημισμένες πρόσφατες παραγωγές του δικτύου είναι ευρωπαϊκές: το ιταλικό «Suburra», το ισπανικό «Cable Girls», το γαλλικό «Marseille», το δανέζικο «Rain» και περισσότερο απ’ όλα το γερμανικό «Dark», που όχι μόνο ενέτεινε το ενδιαφέρον των Γερμανών για το Netflix (οι οποίοι Γερμανοί έχουν μια προτίμηση στο Amazon Prime), αλλά και παρακολουθήθηκε μανιωδώς και στις ΗΠΑ και σε δεκάδες άλλες χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα. 

Συγκεκριμένα το «Dark», ένα ατμοσφαιρικό και μυστηριώδες θρίλερ με μεταφυσικές προεκτάσεις (παρουσιάστηκε ως το γερμανικό «αδερφάκι» του «Stranger Things»), αποτέλεσε το αποκορύφωμα ενός νέου κύματος γερμανικών παραγωγών πολύ υψηλών προδιαγραφών. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι την τελευταία τριετία έχουμε δει την κατασκοπική ιστορία «Deutchland 83» (παραγωγή Sundance), την περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας «You are wanted» (παραγωγή Amazon Prime) και το εξαιρετικό δράμα εποχής «Babylon Berlin» (παραγωγή Sky Deutchland), που μας μετέφερε στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης με την υπογραφή μάλιστα του Τομ Τίκβερ. 

Στον υπόλοιπο κόσμο 

Τα μεγάλα δίκτυα ενδιαφέρονται για την κουλτούρα και το κοινό της Ευρώπης, όμως ασφαλώς δεν ξεχνούν τον υπόλοιπο κόσμο. Το Netflix ξεκίνησε την εκστρατεία του εκτός των ΗΠΑ από τη Λατινική Αμερική. Το μισό αγγλόφωνο και μισό ισπανόφωνο «Narcos» έγινε παγκόσμια επιτυχία, ενώ συνεχίζει να επενδύει σε μεξικάνικες, αργεντίνικες και βραζιλιάνικες παραγωγές – το «O Mechanismo», ένα σκοτεινό βραζιλιάνικο πολιτικό-αστυνομικό δράμα, είναι από τις καλύτερες επιλογές που υπάρχουν στη σελίδα. 

Γενικά το Netflix κυριαρχεί παγκοσμίως ως η πρώτη επιλογή στις streaming πλατφόρμες, με ορισμένες όμως εξαιρέσεις. Μία από αυτές είναι και η Ινδία, όπου η κατακόρυφη άνοδος των χρηστών του ίντερνετ έχει προκαλέσει μάχη για το ποιος θα κερδίσει αυτή την τεράστια αγορά. Μια μάχη την οποία για την ώρα κερδίζει το Amazon Prime, χάρη στο χαμηλότερο κόστος του και στις δεκάδες παραγωγές στη γλώσσα χίντι, όπως το θρίλερ «Breath» που έχει επαινεθεί διεθνώς. Το Netflix απάντησε με μια δική του καινούργια και πολυδιαφημισμένη παραγωγή («Sacred Games»), ενώ ετοιμάζεται να μεταφέρει σε σειρά και τα «Παιδιά του μεσονυχτίου» του Σαλμάν Ρουσντί. Και το γεγονός ότι όλα αυτά μπορούμε εμείς στην Ελλάδα να τα παρακολουθούμε στο σαλόνι μας περιγράφει θαυμάσια αυτό που λέμε «παγκόσμια τηλεόραση». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ