ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Oταν φτάσαμε στο λιμάνι και είδα εκείνο το μεγάλο καράβι, κοντοστάθηκα. Eκανα 5-6 βήματα προς τα πίσω, σαν να ήθελα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου με έσπρωξε μέσα και η πόρτα έκλεισε. Το πλοίο είχε βάλει μπρος τις μηχανές και ξεκινούσε για το Σίδνεϊ».

Πριν από 52 χρόνια, η Ελένη Μ. άφηνε το ορεινό χωριό της Ηπείρου στο οποίο είχε μεγαλώσει για να πάει «νύφη» στην Αυστραλία. Δεν είχε καλά καλά κλείσει τα δεκαοχτώ, όμως τα χρόνια ήταν δύσκολα και ο πατέρας της είχε πάρει την απόφαση. Θα την έστελνε στα ξένα για να παντρευτεί και να φτιάξει τη ζωή της. Κι ας μη γνώριζε η ίδια τον γαμπρό που την περίμενε. Τον είχε δει –όπως κι εκείνος– σε μια φωτογραφία.

«Αυτό που με ένοιαζε δεν ήταν να παντρευτώ, αλλά να φύγω. Με ζήτησε “νύφη” ένας άντρας από τα μέρη μας που είχε πάει μετανάστης στο Σίδνεϊ λίγα χρόνια νωρίτερα. Ο πατέρας μου γνώριζε την οικογένειά του κι εγώ συμφώνησα να πάω», λέει στην «Κ» –ζητώντας να κρατήσουμε την ανωνυμία της– και αφηγείται τη στιγμή που η ζωή της άλλαξε για πάντα. «Φτάσαμε στο λιμάνι την τελευταία στιγμή, ήμουν και η τελευταία που επιβιβάστηκε στο πλοίο. Κρατούσα στο χέρι μία μικρή βαλίτσα, που ήταν σχεδόν άδεια. Εκείνη την ώρα βρίσκονταν όλοι στο κατάστρωμα για να αποχαιρετήσουν τους συγγενείς τους. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Είχα σαστίσει, ένιωθα άδεια. “Μα πού πάω;” σκέφτηκα, αλλά ήταν πλέον αργά».


Μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια είχε αποκτήσει δύο παιδιά και λίγο αργότερα άρχισε να δουλεύει. Εκείνη στο αεροδρόμιο, ο άντρας της στις οικοδομές.

Το ταξίδι με το υπερωκεάνιο «Πατρίς» κράτησε σχεδόν ένα μήνα. Μέσα στο πλοίο, οι ώρες έμοιαζαν ατελείωτες. Μοναδική της παρέα μία οικογένεια που την προσκαλούσε στο τραπέζι για να τρώνε μαζί και να κουβεντιάζουν. Τις υπόλοιπες ώρες, κλεινόταν στην καμπίνα της, απορροφημένη στις σκέψεις της. «Ολα τα σκεφτόμουν. Τι θα έβρισκα εκεί που πήγαινα, αυτούς που άφησα πίσω μου. Τη μάνα μου, τη γιαγιά μου που αγαπούσα πολύ και προπαντός τη μικρή μου αδερφή. Αυτό που περισσότερο με βασάνιζε όμως, ήταν αν είχα κάνει το σωστό», λέει.

Οπως η Ελένη, χιλιάδες ακόμη γυναίκες τα χρόνια εκείνα έφευγαν «νύφες» στην Αμερική ή την Αυστραλία, έχοντας συμβιβαστεί στην ιδέα ενός γάμου που δεν είχε προκύψει από κάποια ιστορία αγάπης. Η Ελένη το είδε ως ευκαιρία. Στο χωριό, αν και καλή μαθήτρια, δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει το σχολείο και να γίνει δασκάλα όπως ονειρευόταν. Στην Αυστραλία, θα ξεκινούσε μια άλλη ζωή, πολύ διαφορετική, έτσι σκεφτόταν. Μέχρι την τελευταία στιγμή, η Νίκη, η κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή της, προσπαθούσε να την αποτρέψει. «Της φώναζα, μην πας, μείνε εδώ και θα τα καταφέρουμε. Εκείνη όμως είχε πεισμώσει. “Αφού ο πατέρας μου θέλει να με διώξει, θα φύγω”, μου έλεγε. Για πολλούς μήνες έκλαιγα και την αναζητούσα. Πέρασαν 13 ολόκληρα χρόνια χωρίς να τη δω», λέει συγκινημένη η αδελφή της στην «Κ».

Στις 24 Ιουνίου του 1966, το πλοίο έδεσε στο λιμάνι του Σίδνεϊ. Η Ελένη κατέβηκε και συνάντησε τον άνθρωπο που την περίμενε στην προβλήτα. Ηταν εκείνος που σε λίγο καιρό θα παντρευόταν και που μαζί του θα ξεκινούσε ένα ταξίδι στο άγνωστο. «Ηταν περίεργο, μου πήρε χρόνο να το συνηθίσω γιατί στην ουσία ήμασταν δυο ξένοι που μόλις γνωριστήκαμε», λέει η Ελένη. «Ο πρώτος καιρός ήταν πολύ δύσκολος. Τα οικονομικά μας δεν ήταν καλά κι εγώ δεν ήξερα τη γλώσσα για να βρω δουλειά. Το έβαλα πείσμα όμως. Ακουγα όλη μέρα ραδιόφωνο, διάβαζα μόνη μου βιβλία και σιγά σιγά άρχισα να συνεννοούμαι».

Μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια είχε αποκτήσει δύο παιδιά και λίγο αργότερα άρχισε να δουλεύει. Εκείνη στο αεροδρόμιο, ο άντρας της στις οικοδομές. «Τα παιδιά μου μεγάλωσαν χωρίς τη ζεστασιά των συγγενών μας. Τον πρώτο καιρό αισθανόμουν την απόσταση, μου έλειπαν οι δικοί μου και ένιωθα ότι είχα μετανιώσει που έφυγα, αλλά με τα χρόνια συνήθισα. Δεθήκαμε με άλλους Ελληνες που είχαν έρθει μετανάστες στην Αυστραλία και κάναμε παρέες. Ανάμεσά τους γνώρισα πολλές Ελληνίδες που είχαν έρθει “νύφες”, κρατώντας στα χέρια τους μόνο μια φωτογραφία. Κάθε ιστορία που άκουγα ήταν και διαφορετική», αφηγείται.


Οπως η Ελένη, χιλιάδες ακόμη γυναίκες τα χρόνια εκείνα έφευγαν «νύφες» στην Αμερική ή στην Αυστραλία, έχοντας συμβιβαστεί στην ιδέα ενός γάμου που δεν είχε προκύψει από κάποια ιστορία αγάπης.

Υστερα από 13 χρόνια, το 1979, η Ελένη επέστρεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά της. Είδε ξανά την αδελφή της και τους γονείς της κι έμεινε μαζί τους για τρεις μήνες. «Βρεθήκαμε όλοι με τα παιδιά μας μετά από τόσα χρόνια. Μπορεί να ήταν αργά για να μετανιώσω, όμως εκείνη την ώρα ένιωσα ένα κενό στην ψυχή μου, συνειδητοποιούσα ότι τόσα χρόνια είχα χάσει την οικογένειά μου. Ακόμη και σήμερα, αισθάνομαι αυτή τη μοναξιά, ένα κενό που όσο κι αν το έχει καλύψει η δική μου οικογένεια, δύσκολα αναπληρώνεται», λέει η ίδια.

Από τότε κι έπειτα, η Ελένη έχει επισκεφθεί πολλές φορές την Ελλάδα για να δει τους δικούς της. Το ίδιο κάνουν σχεδόν κάθε καλοκαίρι και τα παιδιά της. Νιώθει υπερήφανη που δημιούργησε μια όμορφη οικογένεια, κάτι που –όπως λέει– δεν συνέβη με όλες τις γυναίκες που έκαναν το ίδιο ταξίδι με εκείνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ