ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κι όμως, πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που η Κάρι Μπράντσο πρωτοπερπάτησε στα νεοϋορκέζικα πεζοδρόμια ισορροπώντας τέλεια στα Manolo της – και κατά συνέπεια από τότε που κι εμείς στηνόμασταν μπροστά στην τηλεόραση για να παρακολουθήσουμε το «Sex and the city», μια σειρά βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Κάντας Μπούσνελ, που ανάμεσα σε στοίβες ρούχα μιλούσε για τη γυναικεία φιλία, τον έρωτα και επιτέλους και για το σεξ από τη δική μας πλευρά του κρεβατιού.

Ηταν 6 Ιουνίου του 1998 όταν έπεσαν οι τίτλοι έναρξης που έμελλε να επαναφέρουν στη μόδα την τούλινη φούστα tutu (ένα μόνο από τα δεκάδες trend που δημιούργησε η σειρά – από το κοκτέιλ Cosmopolitan και τις τσάντες Fendi μέχρι το περίφημο Rabbit και τα cupcakes) και 22 Φεβρουαρίου του 2004 όταν προβλήθηκε στις ΗΠΑ το τελευταίο επεισόδιο, βρίσκοντας την Κάρι, τη Σαμάνθα, τη Σάρλοτ και τη Μιράντα, με παιδιά και χωρίς, με συζύγους ή singles, πάντα φίλες. 

Τα 20 χρόνια ακούγονται πολλά, αλλά από την άλλη τίποτα που να μην μπορεί να κρύψει λίγη πούδρα. Δεν έχουμε προλάβει και να τις πεθυμήσουμε. Το «Sex and the city» δεν έχει σταματήσει να προβάλλεται σε επαναλήψεις, ενώ έχουν μεσολαβήσει και οι δύο μεγάλου μήκους ταινίες (η συζήτηση για την τρίτη βρίσκει τη σθεναρή αντίσταση της Κιμ Κατράλ-Σαμάνθα). Περισσότερο νοσταλγούμε εμάς, τότε. «Μας θυμάμαι όλες. Ημασταν εκεί, κρυμμένες στις γωνίτσες της Ελλάδας και με μάτια κουταβιού κοιτούσαμε τις τηλεοράσεις μαγεμένες», θυμάται η Μαργαρίτα Γουργουρίνη, που ασχολείται με την επικοινωνία και τη μόδα («γράψε communication strategist που ενίοτε ντύνει και τις φίλες της»).

Η νοσταλγία


Αν κάτι μάθαμε βλέποντας τη σειρά, είναι να λέμε: «Απλά δεν σε γουστάρει!».
 

Στα 40 της νοσταλγεί «σχεδόν επιδερμικά» εκείνη την εποχή. «Περισσότερο γιατί νομίζω πως έχω καταλάβει ποιο ήταν το μεγαλύτερο αστείο πίσω από όλα, ήταν μια σειρά που ξεκίνησε με σχεδόν γραφικούς, υπερβολικούς χαρακτήρες, που ποθούσε να κάνει κωμωδία, και μετά όλες πιστέψαμε πως αυτό ήταν τελικά αληθινό. Είχαμε πίστη πως και εμείς θα κάνουμε αυτή τη ζωή με αυτούς τους τρόπους, με καψούρες σαν τον Mr Big, να γράφουμε με κάλτσες μέχρι το γόνατο από το σπίτι και να μπορούμε να αγοράζουμε ζευγάρια παπουτσιών των 500 ευρώ, να είμαστε πολύ ελεύθερες στο σεξ και λίγο ζαλισμένες, αδάμαστες στις σχέσεις».

Πώς μας συνέβη αυτό; «Ισως φταίει που στην pop κουλτούρα μας ποτέ ξανά δεν υπήρχε θέαμα που να αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες με τέτοια διήγηση. Ισως πάλι ήταν η εποχή. Στα ’90s πιστεύαμε ακόμα και εκείνη τη διαφήμιση που μας υποσχόταν πως η τράπεζα μας δίνει δάνειο για να πάμε διακοπούλες. Ισως τελικά γιατί το σίριαλ ήταν πολύ καλογραμμένο, με μερικές βαθιά αστείες σκηνές, μερικά ωραία ερωτήματα για να σκεφτείς και όλα αυτά τα αλλοπρόσαλλα, υπερβολικά, μεγαλειώδη ρούχα για να χαζεύεις. Πιθανότατα είναι όλα μαζί, δεμένα μαζί τους σε διαφορετικές αναλογίες, με την πρόφαση της αθωότητας και του θράσους που μας σέρβιρε η δεκαετία του ’90. Το μόνο πράγμα που μπορώ να πω 20 χρόνια μετά είναι ότι δεν είσαι άλογο για να μείνεις αδάμαστη, δεν υπάρχουν μοιραίοι άντρες, πολλές φορές χρειάζεται να περπατήσεις μίλια με αθλητικά μόνη σου».

Η Γαλάτεια Λασκαράκη, διευθύντρια του Marie Claire, είχε δει τα πρώτα επεισόδια σχεδόν ταυτόχρονα με την Αμερική, παρέα με τις συμφοιτήτριές της σε ένα σπίτι στην Αγγλία. Σήμερα, εργαζόμενη μητέρα, θυμάται: «Ας μην κατηγορήσω την Κάρι για το μικρό χρέος με το οποίο πάλευα τα επόμενα χρόνια επειδή τόλμησα να κάνω κι εγώ δικά μου αρκετά ζευγάρια γοβάκια από τις αγαπημένες της μάρκες. Πρόλαβα την εποχή που με την αμοιβή μου για ένα άρθρο μπορούσα να πληρώσω ένα ακριβό ζευγάρι παπούτσια, ποσό με το οποίο μια νέα δημοσιογράφος σήμερα πρέπει να βγάλει τον μήνα. Ισως γι’ αυτό η γενιά των σημερινών 30άρηδων έχει αντικαταστήσει τη δήλωση της Κάρι Μπράντσο “μου αρέσει να έχω τα χρήματά μου εκεί όπου μπορώ να τα βλέπω: στην ντουλάπα μου” με το πιο συνετό “τα λεφτά δείχνουν καλύτερα στην τράπεζα πάρα στα πόδια σου” (σ.σ.: μια από τις συμβουλές της Σοφία Αμορούζο στο “Girlboss”)».

Ο απολογισμός για τη Γαλάτεια είναι θετικός. «Η σειρά μάς πρόσφερε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι μας πήρε. Η μεγαλύτερη συνεισφορά της στο είδος ήταν μάλλον ο εκλεπτυσμένος τρόπος με τον οποίο παρουσίασε ακόμη και τα ακραία γούστα ή τις πιο άβολες στιγμές του σεξ, κάτι που σε μετέπειτα shows όπως το “Girls” φαινόταν χοντροκομμένο και θλιβερό. Το “SATC”, παρά τα πυρά που δέχθηκε –κυρίως από άνδρες κριτικούς–, θα μείνει στην Ιστορία ως μια από τις φεμινιστικές αναφορές της ποπ κουλτούρας που μας συντρόφευσαν στην αλλαγή του μιλένιουμ. Νομίζω πως οι ηρωίδες του θα ήταν περήφανες για το #ΜeΤoo». Το γεγονός ότι η σειρά δεν καταπιάστηκε με τη σεξουαλική παρενόχληση, παρά παρέμεινε στο επίπεδο του lipstick feminism, σχολιάζεται από σχεδόν όλα τα επετειακά αφιερώματα. Οπως είπε όμως σε μια συνέντευξή της η Τζένιφερ Κέισιν Αρμστρονγκ, συγγραφέας του «Sex and the City and Us: How Four Single Women Changed the Way We Think, Live, and Love», στη σειρά «συζητούσαν πολύ για τα πράγματα που τους είχαν συμβεί και τους συνέβαιναν. Ηταν γυναίκες που έλεγαν τις αληθινές τους ιστορίες – και αυτό θυμίζει πολύ αυτό που κάνουμε σήμερα με το #MeToo».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ