Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάννης Ραγκούσης: Ηχεία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Π​​ού θα ήταν σήμερα η Κατερίνα Παπακώστα αν δεν της είχε δώσει υπόσταση, διαγράφοντάς την, ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Πόσες από τις συνεντεύξεις που δίνει νυχθημερόν ο Βαγγέλης Αντώναρος θα του είχαν ζητηθεί, αν δεν έφερε το παράσημο του αποπεμφθέντος; Για αμφότερα τα στελέχη της αυτοαποκαλούμενης Κεντροδεξιάς, η αποδοκιμασία από το κόμμα τους αποδείχτηκε πολιτικό συνάλλαγμα για ευδοκίμηση στην επικράτεια του ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλη ήταν η πορεία του πιο προβεβλημένου από τους κεντροαριστερούς ομολόγους του Αντώναρου και της Παπακώστα: ο Γιάννης Ραγκούσης κατάφερε να μετατρέψει την επίδοσή του στις εκλογές για την ηγεσία της Κεντροαριστεράς (λίγο κάτω από το 2,5%) σε ευκαιρία για μια νέα σταδιοδρομία. Χαρτοφυλάκιο μπορεί να μην του προτάθηκε ακόμη – γεγονός που ο ίδιος εμφανίζει ως πειστήριο της ανιδιοτέλειάς του. Ομως, η καθ’ ομολογίαν αλτρουιστική συνδρομή του στην ταλανιζόμενη κυβέρνηση ήδη του εξασφαλίζει ένα status ασύγκριτα υψηλότερο από την κατάταξή του στο ΚΙΝΑΛ.

Η ευθυγράμμιση του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έφτασε, ας πούμε, να υμνείται ως στάση «ασυμβίβαστη με το κυρίαρχο ρεύμα». Οντως. Οταν η κάλπη έδειξε ότι το ρεύμα στην Κεντροαριστερά προσπερνούσε τον Ραγκούση, εκείνος δεν συμβιβάστηκε· αποφάσισε να βουτήξει σε άλλο ρεύμα.

Οι δικαιολογήσεις που επιστρατεύονται γι’ αυτές τις μετατοπίσεις από τους κεντροαριστερούς νεοπροσήλυτους του ΣΥΡΙΖΑ είναι, χονδρικά, δύο.

Πρώτον, λένε, για να μη γίνει η Κεντροαριστερά τσόντα της Δεξιάς του Μητσοτάκη, πρέπει να συγκροτήσει «προοδευτικό» μέτωπο με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει, δηλαδή, να συμπλεύσει με ένα κόμμα το οποίο μπορεί να αποφύγει την επιστροφή του στο εκλογικό περιθώριο μόνο αν το ΚΙΝΑΛ μείνει καθηλωμένο σε μονοψήφια ποσοστά. Και πρέπει να προβεί σε αυτή την εκλογική αυτοκτονία για να νομιμοποιήσει τον «προοδευτικό» αυτοπροσδιορισμό εκείνων που κυβερνούν με την Παπακώστα και τον Καμμένο.

Δεύτερον, επιμένουν οι νεοπροσήλυτοι, πρέπει τώρα που τελείωσαν τα μνημόνια να υπάρξει συμφιλίωση με τον «ώριμο» ΣΥΡΙΖΑ. «Ούτε ο Σαμαράς μάς ζήτησε ποτέ συγγνώμη για την αντιμνημονιακή του περίοδο, αλλά κυβερνήσαμε μαζί του», λένε. Μόνο που τώρα που τελείωσαν τα μνημόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ ανακαλεί τη αντιμνημονιακή του «ανωριμότητα». Επιστρέφει στη ρητορική για «τραπεζικά πραξικοπήματα». Προαναγγέλλει τη δίωξη των «μνηστήρων» του παλαιού πολιτικού συστήματος. Αυτό που του αναγνωρίζουν σαν «ωρίμανσή» του, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ το αποκηρύσσει σαν καταναγκασμό που, επιτέλους, εξέπνευσε.

Οπως δείχνει και το όψιμο ρεπερτόριο του Ραγκούση, ένας τρόπος υπάρχει για να «συμφιλιωθεί» κανείς με τον ΣΥΡΙΖΑ: να αφομοιωθεί στο υπόδειγμά του. Να γίνει και ο ίδιος ηχείο της πολακοφωνίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ