ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μ​​ετά μία σχεδόν αναπάντεχη περιήγηση στα υψώματα του Βύρωνα, υπήρχε ακόμη η αίσθηση της αττικής τοπιογραφίας. Από υψώματα, λόφους και ταράτσες, έρχεται ενίοτε, έστω για λίγο, σπασμωδικά, σαν ανάμνηση, η γεύση του τοπίου. Το νιώθεις περισσότερο παρά το βλέπεις, σε πλημμυρίζει η προσμονή της φύσης. Στον Βύρωνα, ανάμεσα σε ξέρες, αναιμικούς πευκώνες, συρματοπλέγματα και τραχιές ανηφοριές, ο αέρας έφερε τον σπόρο μιας ξεχασμένης Αθήνας.

Ισως να ήταν και η ιδέα μου, γιατί στα στενά, μεγαλύτερη εντύπωση έκαναν οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν μετά το 2000, άνετες, δίχως αμφιβολία, αλλά έξω από κάθε σχήμα ψυχικής προετοιμασίας για τη συνάντηση με τον άλλοτε προσφυγικό συνοικισμό. Εβλεπα και εκείνα τα διώροφα και τριώροφα του ’50 και του ’60, όταν ακόμη δεν χτίζονταν θηριώδεις πολυκατοικίες στον Βύρωνα, να είναι τα περισσότερα νοικοκυρεμένα με έναν τρόπο σχεδόν συγκινητικό.

Υπήρχε μια αίσθηση γαλήνης, αλλά εγώ αναζητούσα το δράμα, εκείνη την ένταση που μπορεί να σου δώσει η τομή στον χρόνο, εκείνο το ράγισμα σε μια αλληλουχία συνειρμών. Οδηγώντας είχα δει αρκετά από τα σπίτια του παλιού Βύρωνα – τα πιο πολλά σκορπισμένα ανάμεσα σε πολυκατοικίες, τα περισσότερα παροπλισμένα.

Ισως, πλέον, να μην υπάρχει κανένας προσφυγικός συνοικισμός σε μεγάλα σύνολα, ίσως αυτό να είναι καλό για όσους αναζητούσαν καλύτερα σπίτια και πιο άνετη διαβίωση, αν και πολλά από όσα σαρώθηκαν δίχως δεύτερη σκέψη, με μία –θα έλεγε κανείς– ανυπομονησία και πλησμονή, να μπορούσαν να είχαν επισκευαστεί και να διέσωζαν τη μνήμη του Μεσοπολέμου.


Στην οδό Φρυγίας 36, στον Βύρωνα. Σπίτι του Μεσοπολέμου με αυλή.

Πόσα θα είχε να πει κανείς για τις διαδρομές της Ιστορίας στον Βύρωνα... Παρά την τεράστια αλλαγή του αστικού τοπίου, ο αέρας φέρνει ιστορίες. Εβλεπα πού και πού κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες σε μπαλκόνια ή αυλές, και ο τρόπος τους, η φωνή τους, έδειχνε παλιά ρίζα στη συνοικία. Υπήρχαν μισάνοιχτα παντζούρια με κουρτίνες που θρόιζαν σε ισόγεια διαμερίσματα και μακρινές φωνές από αθέατες αυλές. Ηταν λίγες αυτές οι σκηνές, ο παλιός κόσμος είχε σαρωθεί. Λίγο πιο κάτω, όμως, στην οδό Φρυγίας, έναν ήσυχο δρόμο με γαλήνια αστική ζωή, κοντοστάθηκα, όταν είδα την εξωτερική σκάλα του παλιού σπιτιού. Ηταν ένα σπίτι μάλλον γερό, έδειχνε καλοχτισμένο και το πιθανότερο να είχε βάση από μπετόν. Αλλά όσο γερό και να έδειχνε, ήταν ένα σπίτι τουλάχιστον 80 ετών, ένα σπίτι με ιστορίες που είχαν αποτυπωθεί σαν χάρτες στα ίχνη της υγρασίας. Για μια στιγμή, με κατέκλυσε εκείνο το χρώμα. Είναι ένας συνδυασμός από λερωμένο κίτρινο και πράσινο της ελιάς, ένα χρώμα της Αττικής. Εχει την ευφορία του κάμπου και την πίκρα της στενής ζωής.

Κύβοι μικροί ήταν τα περισσότερα προσφυγικά, ορισμένα με στέγες, άλλα με ταράτσες μικρές, κάποια αξιοποιούσαν τις γωνίες και κέρδιζαν κάποιο δωμάτιο, αλλά όλα είχαν αυλή, μικρή ή μεγάλη. Εβλεπα αυτήν την αυλή στην οδό Φρυγίας, σε ένα καθεστώς συνθλιπτικής σιωπής. Ισως να ήταν η ώρα ή η στιγμή, ίσως να ήταν μια μόνιμη συνθήκη, εκείνη του παγωμένου χρόνου, που έμοιαζε στα μάτια μου με κλωβό. Ενιωσα να με κατακλύζουν αισθήματα τρυφερότητας για το σπιτάκι αυτό, και το φαντάστηκα όταν θα είχε ολόγυρα και απέναντι τα συνομήλικα σπίτια, εκείνα που ένα ένα αποχαιρέτισε στη διάρκεια του χρόνου.

Εμενε εκεί, σαν ένας από τους τελευταίους μιας γενεάς, που ήρθε, έζησε και κάποτε θα απέλθει. Σειρές ολόκληρες από προσφυγικά σπίτια της Αθήνας είχαν ενταφιαστεί. Στην καλύτερη περίπτωση είχαν γίνει φόντο σε κάποιες μικρές φωτογραφίες, καταχωνιασμένες και αυτές ποιος ξέρει πού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη