Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η καχεξία της καχυποψίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​αχυποψία παντού. Πηγαία και επίκτητη, ακραία αλλά και ερμηνευόμενη. Η έρευνα World Values Survey («Κ» 24/09), με τη συνεργασία της διαΝΕΟσις και του ΕΚΚΕ, παρουσιάζει το προφίλ μιας χώρας στην οποία: περισσότεροι από εννέα στους δέκα πολίτες διαφωνούν με την άποψη ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης, μόνο 61% εμπιστεύονται τους γείτονές τους και μόνο ένας στους πέντε εμπιστεύεται άτομα άλλης εθνικότητας ή θρησκείας.

Η δυσπιστία είναι ακόμα πιο έντονη απέναντι σε πρόσωπα που συναντάμε για πρώτη φορά: μόνο ένας στους δέκα Ελληνες δηλώνει έτοιμος να εμπιστευθεί καινούργιους ανθρώπους στη ζωή του. Η κρίση φαίνεται ότι επιδείνωσε την κατάσταση. Στο European Values Survey του 2008, το ποσοστό των Ελλήνων που πίστευε πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης ήταν 20,7% – υπερδιπλάσιο από το σημερινό.

Θα μπορούσαμε να βολευτούμε πίσω από τον μικροαστισμό, κάτι σαν κληρονομική αρρώστια στην Ελλάδα, να προσθέσουμε και τον συντηρητισμό μαζί με τον κυνισμό, που επιδεινώθηκαν με την κρίση, να πασπαλίσουμε με μπόλικα συναισθήματα αλληλεγγύης και δοτικότητας και να έχουμε ως αποτέλεσμα ένα μάλλον... τέρας. Γιατί και την πρόσοψη να εξιδανικεύσουμε, πάλι το υπόστρωμα κοχλάζει από θυμό, ρητορική μίσους, ετοιμοπόλεμη διάθεση. Ζοφερές και αφοριστικές διαπιστώσεις. Είναι, όμως, (μόνον) έτσι; Μετά τη διάγνωση υπάρχει δυνατότητα θεραπείας και πώς; Σε μια τεμαχισμένη κοινωνία επιδρά το ίδιο φάρμακο σε όλους; Ποια είναι, εντέλει, τα αντίβαρα που βοηθούν στη συνύπαρξη; Η καχυποψία ισοδυναμεί με καχεξία, δυσανεξία σε κάθε τι καινούργιο ή διαφορετικό;

Ο καθένας μας οφείλει να ελέγχει διαρκώς τον εαυτό του και να μην καλύπτεται πίσω από την ανατριχίλα: «Μα είναι δυνατόν ένας στους τρεις Ελληνες να μη θέλει (δεν θα ήθελε, για την ακρίβεια) γείτονες ομοφυλόφιλους;». Η διαρκής έκπληξη, όπως και η αδιαφορία, μοιάζει με άμυνα απέναντι σε σκέψεις και γεγονότα που δεν μπορούμε πια να επεξεργαστούμε με τα κλασικά εργαλεία.

Τα αντιθετικά ζεύγη περίσσεψαν, «πατριώτες - αντιπατριώτες», «ρατσιστές - αντιρατσιστές», κ.ο.κ., ο καθένας υπερασπίζεται ένα ρόλο, ο οποίος όμως δεν είναι ομοιογενής. Κάποιος, δηλαδή, που είναι υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών δεν σημαίνει ότι μάχεται κάθε στιγμή της ζωής του τον ρατσισμό ούτε και το αντίθετο. Ή κάποιος που δεν παίρνει σαφείς αποστάσεις από τους δημαγωγούς δεν σημαίνει ότι ανήκει στην πλειονότητα που δεν εμπιστεύεται τους ομοφυλόφιλους ή άτομα άλλης εθνικότητας και θρησκείας.

Υπάρχει και μία ακόμη παράμετρος: οι εκάστοτε «ημέτεροι» (της κάθε πολιτικής εξουσίας) έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αισθάνονται από κολακευμένοι έως ευγνώμονες για την εύνοια του συστήματος. Οσο οι «ημέτεροι» περιορίζονται –λόγω χρεοκοπίας όχι λόγω αλλαγής νοοτροπίας - τόσο όλο και περισσότεροι πολίτες μένουν άστεγοι και μόνοι. Δεν ταυτίζονται με καμία ιδεολογία, απέχουν από τις πολιτικές ζυμώσεις, υιοθετούν οτιδήποτε μοιάζει λιγότερο απειλητικό, οτιδήποτε δηλαδή μπορούν να αναγνωρίζουν ως οικείο και να το ελέγχουν. Ο άγνωστος, ο «δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του», που κάνει τα φρύδια να σμίγουν και το βλέμμα να σκοτεινιάζει, πολλαπλασιάστηκε στα χρόνια της κρίσης. Οχι μόνο λόγω των «ξένων», αλλά και γιατί η επιθυμία της συναναστροφής υποκαταστάθηκε από την αγωνία της επιβίωσης.

Η νέα εποχή, ο συντριπτικά καινούργιος κόσμος των καθημερινών, σχεδόν, τεχνολογικών «επαναστάσεων», οι διαρκείς αλλαγές δεν συμπεριλαμβάνουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Πολλοί άνθρωποι περιθωριοποιούνται ή νιώθουν περιθωριοποιημένοι, αδύναμοι, αδικαίωτοι. Η εχθρότητα χρειάζεται λιγότερο κόπο από τη φιλικότητα.

Το έλλειμμα εμπιστοσύνης (παιδείας, δηλαδή) δεν αναγνωρίζει καινούργια σχήματα. Για να αναγνωρίσουμε το καινούργιο, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεβολευτούμε. Να εκτεθούμε. Να δούμε τον «άλλον» ως συνοδοιπόρο όχι ως εμπόδιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ