Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ατελιέ γραφής, σεμινάριο ζωής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ο ​​Λοράν Καντέ υποστηρίζει ότι «το σχολείο δεν είναι καταφύγιο, αλλά αποτελεί τμήμα της κοινωνίας και ό,τι συμβαίνει σε αυτήν αντικατοπτρίζεται σε ένα βαθμό και στο σχολείο». Τη θέση αυτή μετέφερε και στη βραβευμένη ταινία του «Ανάμεσα στους τοίχους» (2008), μια εξαιρετική σπουδή στη γαλλική εκπαίδευση και κατ’ επέκταση στη γαλλική κοινωνία.

Μια πολυπολιτισμική κοινότητα 25 εφήβων δούλεψε μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας τάξης για ένα χρόνο και ο φακός κατέγραψε τον τρόπο που συγχρωτίζονται, αντιδρούν, σκέφτονται, επιτίθενται, διδάσκονται, μαθαίνουν, ακούν, αλλάζουν. Οι καθηγητές, με επικεφαλής τον νεαρό φιλόλογο Φρανσουά, δοκιμάζουν και δοκιμάζονται, προτείνουν λύσεις άλλοτε ρηξικέλευθες άλλοτε συγκαταβατικές, στο τέλος όμως κερδίζουν τον απεριόριστο θαυμασμό μας γιατί προσπαθούν, ενίοτε αποτυγχάνοντας, αλλά τουλάχιστον προσπαθούν σκληρά, να κτίσουν τη Δημοκρατία του 21ου αιώνα.

Και στην καινούργια ταινία του «Το ατελιέ», που προβάλλεται για δεύτερη εβδομάδα στις αίθουσες, ο Γάλλος σκηνοθέτης εστιάζει με την ίδια επιμονή, ψυχραιμία και πεποίθηση ότι εκεί χτίζεται το μέλλον της (κάθε) χώρας, σε μια ομάδα νέων, λυκείου αυτή τη φορά, στις καλοκαιρινές διακοπές τους. Συμμετέχουν σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής που χρηματοδοτεί ο Οργανισμός Εργατικού Δυναμικού. Μια μορφή απασχόλησης με στόχο τη συλλογική συγγραφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, τοποθετημένου στην περιοχή της Λα Σιοτά. Η πόλη αυτή, στη μεσογειακή Κυανή Ακτή, με τα ιστορικά ναυπηγεία, τα οποία ήταν κάποτε σε μεγάλη ακμή και τώρα υπολειτουργούν σχεδόν εγκαταλελειμμένα, προσπαθεί να ισορροπήσει σε πολύ δύσκολους καιρούς τον δικό της πολυπολιτισμικό χαρακτήρα.

Το σεναριακό εύρημα της διαδικασίας γραφής, όπου τίποτα δεν μπορεί να μείνει μακροπρόθεσμα ανέγγιχτο και κρυφό από τους άλλους, δίνει στην ταινία τη δυνατότητα να «σκανάρει» τη γαλλική κοινωνία με τρόπο φυσικό αλλά και παράδοξο, όπως συμβαίνει και με τη σκέψη. Η μικρή ομάδα των μαθητών του εργαστηρίου, λευκοί, μαύροι, Αφρικανοί χριστιανοί, μουσουλμάνοι ή άθεοι, αντιπροσωπεύει μια γενιά εγκλωβισμένη στην οικονομική κρίση και στη μισαλλοδοξία. Αφορμή για τις μεταξύ τους εντάσεις τα γεγονότα του Μπατακλάν, της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν, αλλά και του παρελθόντος και της μνήμης της πόλης τους. Η αμφιθυμία, ο θυμός και η σύγχυση της ηλικίας φλερτάρουν συχνά με ακραίες και περιθωριακές ιδέες. Ο Αντουάν (ο πρωταγωνιστής, κατά κάποιον τρόπο, από την ομάδα των παιδιών) παρακολουθεί στο Ιντερνετ τις ομιλίες ενός ακροδεξιού, ασκείται ερασιτεχνικά στη σκοποβολή, βρίσκει «απαντήσεις» σε ρατσιστικούς διαχωρισμούς. Η υπεύθυνη του «ατελιέ» είναι μια γοητευτική συγγραφέας που «χρησιμοποιεί» την εμπειρία και ως υλικό για το επόμενο βιβλίο της.

Η διαδικασία του σεμιναρίου, όπως και της γραφής, είναι μεταμορφωτική. Οι λέξεις που επιλέγονται δεν είναι ποτέ τυχαίες. Εχουν καταγωγή, αποτύπωμα βιωμάτων, σχέσεων, αντίληψης για τη ζωή και τον κόσμο. Είτε «γράφεις για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου», είτε «περιμετρικά» (όπως σχολιάζουν στην ταινία), είτε οι «λέξεις σου είναι παλιές» (όπως καταλογίζουν τα παιδιά στην επικεφαλής συγγραφέα).

Πόσο ο «φόνος», όταν περιγράφεται ή εκστομίζεται, μπορεί να περάσει από τη θεωρία στην πράξη; Ο Καντέ το δοκιμάζει και διοχετεύει τον προβληματισμό του στο αποχαιρετιστήριο κείμενο που γράφει και διαβάζει ο Αντουάν: «Μπορεί κάποιος να σκοτώσει από βαρεμάρα. Μόνο για να δει. Θα μπορούσε να πυροβολήσει κάποιον απλώς από ανία, μόνο και μόνο για να συμβεί κάτι. Στους αστυνομικούς που θα τον συλλάμβαναν θα έλεγε ότι είχε πυροβολήσει επειδή ήταν Αραβας, Εβραίος ή γκέι. Κι όλοι θα καταλάβαιναν. Δεν θα χρειάζονταν εξηγήσεις. Γι’ αυτόν, όμως, η επιλογή του θύματος δεν είχε καμιά σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να στρέψει το όπλο πάνω του. Κι αυτό θα το καταλάβαιναν. Θα έλεγαν ότι δεν είχε μέλλον, δεν είχε φίλους... Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. (...) Διότι, κατά βάθος, έπρεπε να καταλάβει ότι έστω κι αν ένιωθε ανία, έστω και αν οι φίλοι του τού ήταν άγνωστοι, έστω και αν δεν είχε μέλλον, φίλους, δουλειά, θα έπρεπε να νιώθει ευτυχισμένος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ