ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Γεωργιάννα Νταλάρα στροβιλίζεται χαρούμενη στη σκηνή του θέατρου «Χορν» βλέποντας τον Γιάννη Γιαννούλη να αφήνει τη βαλίτσα στο πάτωμα. «Δεν με θυμάσαι ε, είμαι η κόρη του επιστάτη», λέει ως Ντουνιάσα. Καμαριέρα στο σπίτι με τον υπέροχο βυσσινόκηπο σε μια νότια παρυφή της Ρωσίας, μελώνει σαν βλέπει τον Γιάσα, τον νεαρό υπερόπτη υπηρέτη που έφερε στο υποθηκευμένο κτήμα της η κυρία της. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης με ένα άλμα από την πλατεία του θεάτρου βρίσκεται στη σκηνή. Παίζει εναλλάξ τον ρόλο της Ντουνιάσα και του υπηρέτη, αλλάξει φωνές, καθοδηγεί: «Με τη στροφή, θα πάρεις και τη βαλίτσα». Ξέρει το έργο του Τσέχοφ απέξω. Αλλωστε, έκαναν με τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, που το μετέφρασε από τα ρωσικά, μια νέα εκδοχή του «Βυσσινόκηπου». Στην πρώτη του «συνάντηση» με τον Ρώσο δραματουργό, δεν επιδιώκει να παρουσιάσει μια ηθογραφία της εποχής, αλλά τον «Βυσσινόκηπο», «ως μια υπαρξιακή ιστορία ενηλικίωσης».

«Πολλές φορές στους ηθοποιούς δεν μας αρέσει να λέει ο σκηνοθέτης ακριβώς πώς θα τα πούμε. Γνωρίζοντάς το ως ηθοποιός, μου λύνει τα χέρια να εξηγήσω κάτι, να το παίξω, αντί να στο αναλύσω. Δείχνω πώς θα μιλήσω παίζοντας, τη θέση, τον ρόλο της φωνής, την έκφραση. Τα έργα δεν μιλάνε από μόνα τους πρέπει να τα ξυπνήσεις, να τους δώσεις ζωή», ξεκινά τη συζήτηση.

Η αγάπη που έχει για τα σύγχρονα έργα είναι γνωστή. «Ακόμη κι αν είναι μετριότερο των κλασικών αριστουργημάτων, έχεις ένα διάλογο με την εποχή σου. Τον “Βυσσινόκηπο” δεν τον διάλεξα για να δοκιμαστώ στο κλασικό έργο, αλλά επειδή με συγκινεί και θεωρώ ότι μας αφορά. Αυτοί οι άνθρωποι που βλέπουμε στη σκηνή, όπως και πολλοί από εμάς σήμερα, δεν μπορούν να αντιληφθούν το κάδρο του πίνακα μέσα στον οποίο μας ζωγράφισαν. Εχουμε κι εμείς μια μόνιμη παιδικού τύπου αγκύλωση στο παρελθόν και μια αδυναμία να δεχθούμε ότι η ζωή είναι μια διαδικασία κίνησης και αλλαγής. Συνήθως “διαβάζουν” τον “Βυσσινόκηπο” ως ένα έργο μελαγχολίας. Αυτό που δεν φωτίζεται συχνά, είναι ότι δύο από τους νεότερους χαρακτήρες, ο Τροφίμοφ και η Ανια, φεύγουν με αισιοδοξία για την καινούργια ζωή». Ως σκηνοθέτης επιδιώκει να δικαιώσει τον Λοπάχιν που υποδύεται ο Δημήτρης Λιγνάδης. Να μην τον αντιληφθεί το κοινό σαν έναν αδίστακτο μπίζνεσμαν. «Είναι μια λάθος εικόνα γι’ αυτόν, διότι αγαπά πολύ τους ανθρώπους του σπιτιού και είναι αντιμέτωπος με το αδιέξοδό τους. Τι κάνεις όταν δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σε μια κοινωνία; Συνέβη και στην Ελλάδα μετά το 2010. Θεωρώ ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση με τα μνημόνια. Ισως κάνω λάθος. Αυτό όμως που είναι απολύτως ξεκάθαρο είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε ως κοινωνία. Δεν γίνεται να πιστεύουμε πως θα γυρίσουμε στο 2004».

Τον συγκινεί να σκέφτεται τι έγιναν οι ήρωες του Τσέχοφ μετά τον θάνατο του δημιουργού τους, το 1904. Θεωρούν ότι στο τέλος της δικής τους ιστορίας σαρώθηκαν όλα, όμως 13 χρόνια αργότερα πέρασε ένας τυφώνας που συντάραξε τη χώρα τους και όλον τον πλανήτη. «Μια μεγάλη επανάσταση. Ενας πολύ χρήσιμος κρίκος, μέρος των πειραμάτων του ανθρώπου να καλυτερεύσει τη ζωή του».


Η Θέμις Μπαζάκα και η Σίσσυ Τουμάση σε μία από τις σκηνές του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ.

Η μεγάλη δυσκολία

Θεωρεί πως υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να προσλάβουμε σήμερα. «Τότε ήταν προσβλητικό να εργάζεται η άρχουσα τάξη, σήμερα είναι προσβλητικό να μην εργάζεσαι σε όποια τάξη κι αν ανήκεις. Το άλλο που δεν μπορούμε επίσης να αισθανθούμε είναι ότι 40 χρόνια πριν γραφτεί το έργο έγινε η απελευθέρωση των δουλοπάροικων. Είναι δύσκολο να μεταδώσεις τι σημαίνει αυτό σε ένα σημερινό κοινό». Τους ήρωες τους βλέπει σαν να ξεκόλλησαν από μια παλιά φωτογραφία με σέπια. «Είναι απολύτως ανθρώπινο να αισθανόμαστε θλίψη γι’ αυτό που χάνεται όπως να φυτρώνει από την παραμικρή χαραμάδα η ελπίδα. Δεν είναι εύκολο να ξεκολλήσεις από τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις σου. Αν και αισιόδοξος, συχνά απογοητεύομαι αυτά τα χρόνια. Οχι μόνο με την κρίση αλλά και με το προσφυγικό, συχνά ένιωθα την ήττα του ορθολογισμού. Αλλά η πρόοδος είναι κάτι αναπόφευκτο. Απλώς δεν είναι γραμμική, είναι σαν το τανγκό, δύο βήματα μπροστά, ένα πίσω».

Η Θέμις Μπαζάκα δηλώνει ενθουσιασμένη με τη Λιουμπόφ και όπως κάνει με τις ηρωίδες που αναλαμβάνει, τη σκέφτεται ολημερίς. «Η κτηματίας Λιούμπα είναι μια έξυπνη, αφηρημένη, πικραμένη, τρυφερή και γεμάτη αγάπη γυναίκα που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα της ζωής παρότι χάνει την περιουσία της. Είναι η θέση της αυτή. Ολοι οι ήρωες εδώ αρνούνται να δουν την αλήθεια: το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Θυμίζει την Ελλάδα του σήμερα και τους ανθρώπους της που έζησαν μια καταστροφή και εξακολουθούν να αναπολούν “τι είχα!”. Δεν μπορούν να δουν τη δική τους συμμετοχή σ’ αυτή την καταστροφή, ούτε να κοιτάξουν μπροστά».

Ο Λοπάχιν δεν ήταν ποτέ συμπαθής στον Δημήτρη Λιγνάδη. Σήμερα τον υποδύεται. Αλλά και το ίδιο το έργο που χαρακτηρίζει «ένα ψυχικό ταξίδι ενηλικίωσης», του φαινόταν πάντα δυσάρεστο: «Φεύγει μια εποχή με αγάπη στο άυλο και στην πολυτέλεια κι έρχεται μια εποχή χρησιμοθηρική χωρίς μνήμη, η εποχή του κοιτάμε μπροστά». Είναι πρόκληση να παίζεις έναν χαρακτήρα με τον οποίο δεν συμφωνείς ούτε ως ψυχισμό ούτε ως ιδεολογία.

Τον παρομοιάζει με τον σημερινό μέσο φιλελεύθερο πολίτη. «Λέει πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά και δεν καταλαβαίνει ότι ο βυσσινόκηπος είναι ένα ψυχικό τοπίο γι’ αυτούς που τον εγκαταλείπουν. Για τον ίδιον είναι ωραία αλλά άχρηστα δένδρα και ένα τοπίο στο οποίο ήταν δούλος, όπως και η οικογένειά του. Εχει μια πραγματιστική λογική, παρότι είναι ευαίσθητος άνθρωπος. Επί τρεις πράξεις τους λέει τι να κάνουν για να σωθούν και τελικά αυτός αγοράζει τον βυσσινόκηπο για να το χωρίσει σε οικόπεδα. Για μένα είναι ένα ανθρώπινο και βαθύτατα πολιτικό έργο».


Η Γεωργιάννα Νταλάρα με τον Γιάννη Γιαννούλη και τον Γιάσα στον «Βυσσινόκηπο» που ανεβαίνει στο θέατρο «Χορν» και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης θέλει να τον παρουσιάσει ως μια υπαρξιακή ιστορία ενηλικίωσης. Πίσω διακρίνεται ο Γιάννης Στόλλας.

Η Βάρια

Για την Κόρα Καρβούνη είναι ο πρώτος της Τσέχοφ. Η Βάρια, η ψυχοκόρη της οικογένειας, είναι ερωτευμένη με τον Λοπάχιν, θέλει να παντρευτεί αλλά θέλει και την ελευθερία της. «Είναι μια γυναίκα του καθήκοντος κι αυτό που προσπαθούμε στην παράσταση είναι να δούμε αυτή τη γυναίκα σήμερα. Η έννοια της ελευθερίας που έχει είναι λίγο διαφορετική. Λέγοντας, μακάρι να μπορούσα να φύγω από δω να πάω σε ένα μοναστήρι, εννοεί να πάει κάπου να ησυχάσει, όχι με τη θρησκευτική έννοια, αλλά εκείνη του εγκλωβισμού. Η ηρωίδα που παίζω είναι συμπαθητικό πλάσμα. Το κωμικοτραγικό στοιχείο όλων των ηρώων είναι ότι ενώ βλέπουν να έρχεται η καταστροφή, δεν κάνουν τίποτα. Σε εμάς οι μεγάλες αλλαγές που έγιναν στην κοινωνία αντιμετωπίστηκαν με θυμό και με εφηβικό τρόπο ρίχνουμε τις ευθύνες στους άλλους. Οταν θέλεις να αποφύγεις το συναίσθημα του πόνου προτιμάς τον θυμό».

Λίγο πριν από τις επτά, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (που παράλληλα παίζει για δεύτερη χρονιά και σκηνοθετεί τον «Φάρο» στο θέατρο «Αθηνών» ενώ επαναλαμβάνεται και ο «Φεγγίτης» που σκηνοθέτησε στο «Εμπορικόν»), ζητάει από τους ηθοποιούς να δικαιώσουν μέσα τους τη χαρά που εξ ανάγκης πρέπει να δείξουν. «Αισθάνομαι ακόμη την ασυνείδητη καχυποψία σας στη σκηνή: Μήπως κάνουμε μπούρδες; Ξέρω τι σημαίνει να βάζεις τους ηθοποιούς να κάνουν χα, χα, χα, έπειτα από έξι ώρες πρόβα». «Μια χαρά ήταν» έδωσε το σήμα ότι η πρόβα τελείωσε. «Αύριο συνεχίζουμε την πρώτη πράξη».

​​«Βυσσινόκηπος», 24/10 θέατρο «Χορν». Παίζουν ακόμη οι: Αθηνά Μαξίμου, Τάσος Δημητρόπουλος, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλλας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ