Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Περί εμπιστοσύνης, Δικαιοσύνης και Τύπου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εδώ και λίγα χρόνια εκτυλίσσεται στην Αθήνα μια δικαστική υπόθεση, που όσο απίστευτη και αν φαίνεται, τόσο σημαντική είναι για την αντίληψή μας για τη Δικαιοσύνη, για την ελευθερία του Τύπου και για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Την Τρίτη το απόγευμα, στην τελευταία της εξέλιξη, η υπόθεση μεταφέρεται σε αίθουσα του Συμβουλίου Επικρατείας. Εκεί το Ειδικό Δικαστήριο καλείται να συζητήσει την αγωγή κακοδικίας που η επιθεώρηση βιβλίου The Athens Review of Books κατέθεσε εναντίον του προέδρου, δύο αντιπροέδρων και άλλων τριών μελών του Αρείου Πάγου, καθώς και εναντίον δύο εφετών, για αποφάσεις τους κατά του εντύπου. Ισως να μην υπάρχει προηγούμενο στην ιστορία της Δικαιοσύνης σε όλο τον κόσμο (πλην εποχών επανάστασης και ανατροπής καθεστώτος). Και όμως, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι ευρύτερα γνωστή η υπόθεση. Πιθανώς όποιοι ακούν γι’ αυτήν δεν μπορούν να κατανοήσουν πώς η ηγεσία του ανώτατου δικαστηρίου μιας χώρας μπορεί να δικαστεί από άλλο δικαστήριο. Πιθανώς πολλοί να αναρωτιούνται εάν τα πράγματα είναι όπως φαίνονται ή αν κάτι κρύβεται που τους εμποδίζει να καταλάβουν, οπότε την αφήνουν για άλλους να ασχοληθούν μαζί της. Ισως, πάλι, γνωρίζοντας ότι η καταδίκη της επιθεώρησης αφορά αγωγή που κατέθεσε ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, κάποιοι πιστεύουν ότι είναι πολιτικό το ζήτημα, οπότε καλύτερα να αφεθεί στους επαγγελματίες του χώρου να ασχοληθούν. Πιθανώς όλες αυτές οι σκέψεις να αναμειγνύονται και να αποτρέπουν ευρύτερη συζήτηση γύρω από το θέμα.

Η υπόθεση αφορά καταδίκη της Athens Review of Books για μια επιστολή αναγνώστη, πριν υπουργοποιηθεί ο κ. Κοτζιάς και πριν επιλεγούν για τα σημερινά τους αξιώματα οι ανώτατοι δικαστικοί. Το ζήτημα είναι, προφανώς, πολύπλοκο, η ουσία όμως είναι απλή: στην Ελλάδα έως και η ηγεσία του Αρείου Πάγου μπορεί να κληθεί να λογοδοτήσει για αποφάσεις της εις βάρος πολιτών. Την ίδια ώρα, βέβαια, προκύπτει ζήτημα εμπιστοσύνης στους θεσμούς, όταν αναλογιζόμαστε πώς η υπόθεση πήρε αυτή την τροπή και ποια η σχέση μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Στην κυνική εποχή μας, λίγοι πλέον λογαριάζουν ποιος λέει ή γράφει ή αποφασίζει κάτι, χωρίς να μας ενδιαφέρει περισσότερο το ποιος είναι και ποιο το προσωπικό του συμφέρον στην υπόθεση, καθώς και ποιες οι διασυνδέσεις του με κάποια πολιτική ομάδα. Στις ΗΠΑ αυτές τις μέρες, στη διαδικασία επικύρωσης της υποψηφιότητας νέου μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου, βλέπουμε ότι τα πολιτικά πάθη έφθασαν να καθορίζουν έως και την αντίληψη για το εάν κάτι είναι αληθές ή όχι. Για ποια εμπιστοσύνη θα μπορούμε να μιλάμε όταν μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα έχουν επιλεγεί μέσα από μια διαδικασία που μόνο την έννοια της Δικαιοσύνης δεν υπηρετεί; Χωρίς να εισέλθουμε στην ουσία των καταγγελιών εναντίον του δικαστή Μπρετ Κάβανο (στις οποίες οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση οφείλουν να μπουν), είναι προφανές πως το κύρος της Δικαιοσύνης έχει υποστεί καίριο πλήγμα απ’ αυτήν την υπόθεση.

Στις ΗΠΑ, η επιλογή των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας ζήτημα, επειδή η θέση είναι ισόβια (ή έως ότου ο ίδιος ο δικαστής επιλέξει να αποσυρθεί) και επειδή οι αποφάσεις του δικαστηρίου μπορούν να καθορίσουν τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις για πολλά χρόνια.

Στη χώρα μας, οι ανώτατοι δικαστές συνταξιοδοτούνται όταν φθάσουν στο όριο ηλικίας και δεν απολαμβάνουν την παντοδυναμία των Αμερικανών συναδέλφων τους. Η επιλογή των Ελλήνων ανώτατων δικαστών δεν θεωρείται σχεδόν κοσμογονικό γεγονός, όπως συμβαίνει με τα μέλη του Supreme Court των ΗΠΑ. Εδώ και χρόνια συνηθίσαμε στο γεγονός ότι παρά τη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, οι κυβερνήσεις επιλέγουν την ηγεσία της – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συμπεριφορά φιλόδοξων δικαστών πριν από την επιλογή τους και για τις μετέπειτα αποφάσεις τους. Στο κάτω κάτω, όμως, οι δικαστές δεν θα βρίσκονται στα ανώτατα αξιώματα για πολλά χρόνια και, όπως βλέπουμε σήμερα, μπορεί να κληθούν να λογοδοτήσουν για τις αποφάσεις τους.

Στις ΗΠΑ, η πολιτική χροιά των αποφάσεων ενός δικαστή κρίνει εάν θα επιλεγεί από τον πρόεδρο και εάν θα εγκριθεί από την πλειοψηφία των γερουσιαστών ώστε να προωθήσει τη δική τους πολιτική. Είναι κυνικό το σύστημα, αλλά όσο υπήρχε η αίσθηση πως οι υποψήφιοι είχαν τα προσόντα για να είναι καλοί δικαστές, υπήρχε μεγάλος βαθμός αποδοχής από τους πολιτικούς αντιπάλους και από την κοινωνία. Η απροκάλυπτη πολιτική υποστήριξη προς έναν ακατάλληλο υποψήφιο, όμως, είναι πρωτοφανής και θα αφήσει κληρονομιά ακόμη πιο έντονης πολιτικής πόλωσης και κυνισμού. Μπροστά στα μάτια μας βλέπουμε να κλονίζεται ένας κορυφαίος θεσμός.

Θα δούμε και τις συνέπειες.

Στην Ελλάδα φθάσαμε πριν από πολλά χρόνια σε τέτοιον κυνισμό, όσον αφορά τις επιλογές των κυβερνήσεων – γνωρίζουμε ότι λίγοι πολιτικοί έχουν το ανάστημα να θέτουν τους θεσμούς πάνω από το δικό τους συμφέρον. Διαισθανόμαστε, επίσης, ότι στον χώρο της Δικαιοσύνης κινούνται ρεύματα που οι πολίτες δεν μπορούν να διακρίνουν. Συνηθισμένοι στον κυνισμό, καχύποπτοι πάντα, αλλά περιέργως πάντα ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο, αρνούμαστε να πιστέψουμε τα χειρότερα. Ακόμη και όταν ίσως είναι οφθαλμοφανή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ