ΒΙΒΛΙΟ

Φως στα «λεφτά που δεν μυρίζουν»

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

«Κάποιοι από τους πελάτες του ελβετικού τραπεζικού συστήματος επιχειρούν να κρύψουν τα κεφάλαιά τους στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη και στο Μακάου, αλλά το τραπεζικό τους σύστημα βρίσκεται υπό πολιορκία…», λέει ο Μπέρκενφελντ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΠΡΑΝΤΛΕΪ ΤΣ. ΜΠΕΡΚΕΝΦΕΛΝΤ
Ο τραπεζίτης του διαβόλου
μτφρ. Μάνος Τζιρίτας
εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 424

«…Ακόμα και στην ώριμη ηλικία των σαράντα τεσσάρων, εξακολουθούσα να εμπιστεύομαι το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης...», γράφει ο Μπράντλεϊ Μπέρκενφελντ, πρώην private banker της UBS που κατέστη ο πιο ακριβοπληρωμένος πληροφοριοδότης δημοσίου συμφέροντος (whistleblower) στην ιστορία του αμερικανικού δημοσίου, εισπράττοντας 104 εκατομμύρια δολάρια. Τον Νοέμβριο κυκλοφορεί στην Ελλάδα η συναρπαστική αυτοβιογραφία του Μπέρκενφελντ «Ο τραπεζίτης του διαβόλου» και η «Κ» είχε την ευκαιρία να τη διαβάσει και να θέσει κάποια ερωτήματα στον συγγραφέα του βιβλίου, που ζει σήμερα στη Μάλτα. Μιλώντας στην «Κ», ο Μπέρκενφελντ είπε ότι οι νόμοι για την υποστήριξη πληροφοριοδοτών στην Αμερική «είναι καλύτεροι απ’ ό,τι σε άλλα μέρη του κόσμου» (π.χ., όπως έγραψε στον κ. Γιούνκερ, «στην Ευρώπη η νέα οδηγία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι σκάρτη»).

Ο υπότιτλος του βιβλίου («Για πρώτη φορά στο φως λεπτομέρειες για το πώς διέρρηξα τη μυστικότητα των ελβετικών τραπεζών») δίνει την εντύπωση ότι ο Μπέρκενφελντ κυρίως μιλάει για τις ελβετικές τράπεζες και τις πρακτικές τους έως το 2005 να ενθαρρύνουν τη μεταφορά σε αυτές κεφαλαίων που δεν είχαν φορολογηθεί, έγκλημα καθοσιώσεως ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αλλο Ελβετία, άλλο ΗΠΑ

Ο Μπέρκενφελντ εξηγεί ότι αυτό που έκανε στην Ελβετία ήταν νόμιμο, αλλά όταν πήγαινε στην Αμερική για να προσελκύσει κεφάλαια κινείτο σε «γκρίζες ζώνες». Αλλά την τράπεζα (UBS) αυτό δεν την ένοιαζε· το μότο της ήταν αύξηση των «καθαρών εισερχόμενων κεφαλαίων», κάτι που δεν άφηνε αδιάφορο τον Μπέρκενφελντ (σ.σ.: ο ίδιος υπολογίζει στην «Κ» ότι πληρωνόταν 40.000 δολάρια την ώρα).

Στο βιβλίο του, ο Μπέρκενφελντ περιγράφει εξαντλητικά τα δίωρα γεύματα των Ελβετών τραπεζιτών, τα κότερα και τα αυτοκίνητα των συναδέλφων και των πελατών του σε μια πόλη που κτίσθηκε πάνω στην αρχή pecunia non olet (σ.σ.: τα λεφτά δεν μυρίζουν). Σήμερα η Γενεύη είναι μια πόλη σε οικονομική κατάρρευση και εξαιτίας του Μπέρκενφελντ.

Κάποιοι από τους πελάτες του ελβετικού τραπεζικού συστήματος επιχειρούν, όπως μας είπε ο Μπέρκενφελντ, «να κρύψουν τα κεφάλαιά τους στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη και στο Μακάου, αλλά το τραπεζικό τους σύστημα βρίσκεται υπό πολιορκία…». 

Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα του βιβλίου του. Η πραγματική ιστορία του Μπέρκενφελντ αρχίζει όταν ανακαλύπτει τρισέλιδο υπόμνημα της τράπεζας, στο οποίο αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τον κάλυπτε αν «γινόταν η στραβή» στις ΗΠΑ. Τότε αποφασίζει να στραφεί στις αμερικανικές αρχές (σ.σ.: στο χρονικό αυτό σημείο δεν προβλέπεται ακόμα αμοιβή για τους «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος»). Οταν ο Μπέρκενφελντ αποφάσισε να στραφεί προς τις αμερικανικές αρχές δεν είχε ούτε δικηγόρο στην Ουάσιγκτον. Παρότι ο πρώην τραπεζίτης είναι εξαιρετικά «γειωμένος» –ως μότο του έχει τα λόγια του Κλιντ Ιστγουντ στον «Βρώμικο Χάρι»: «Ενας άνδρας πρέπει να ξέρει τα όριά του»–, δεν δίστασε παρ’ όλα αυτά να παίξει «φουλ επίθεση» εναντίον του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης. Αρχικά, ο αρμόδιος για τις φορολογικές υποθέσεις ομοσπονδιακός υπάλληλος Κέβιν Ντάουνινγκ τον αντιμετωπίζει με εξαιρετική δυσπιστία διότι, πρώτον, δεν εμπιστεύεται τον νέο για την εποχή θεσμό των whistle blowers και, δεύτερον, φοβάται ότι ο Μπέρκενφελντ θα έχει ράμματα για τη «γούνα» των πολιτικών.

Ενας από τους μεγαλύτερους πελάτες του Μπέρκενφελντ και του προϊσταμένου του Κρίστιαν Μποβέ ήταν ο Ιρακινός Αμπντούλ Αζίζ Αμπάς. Το 2005 και το 2006 ο Αμπάς είχε 400 εκατομμύρια δολάρια σε ανώνυμους ελβετικούς λογαριασμούς, που τα είχε βγάλει σε μια πρώτη φάση διακινώντας πετρέλαιο για το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Γράφει ο Μπέρκενφελντ: «“Α, υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να γνωρίζετε”. “Τι πράγμα;”, ρώτησε ο Ντάουνινγκ. “Απ’ ό,τι ξέρω, ο Αμπάς είναι καλός φίλος του Ρούντολφ Τζουλιάνι”. Εκεί έγινε το βραχυκύκλωμα. Ο Ντάουνινγκ, που κατάγεται από τη Νέα Υόρκη, τέντωσε το χέρι με την παλάμη προς το μέρος μου και είπε σε έντονο ύφος: “Δεν μας ενδιαφέρουν μη Αμερικάνοι!”… Ο Τζουλιάνι ήταν πατριωτάκι του και ήταν πολύ ψηλά στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές. Ξαφνικά, οι τρεις ομοσπονδιακοί υπάλληλοι έμοιαζαν στα μάτια με τρεις, όχι και πολύ σοφούς, πιθήκους: Δεν βλέπω, δεν ακούω, δε μιλάω…».

«Eπρεπε να εκπαιδεύσω το υπουργείο Δικαιοσύνης», είπε ο Μπέρκενφελντ στην «Κ», «καθώς ήταν ανίκανοι και διεφθαρμένοι, και έπειτα, φοβούνταν ότι θα εξέθετα το πρόβλημα που οδήγησε στην αδυναμία να διορθώσουν και να επιβάλουν πρόστιμα σε αυτή τη μαζική φορολογική απάτη. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι στις ΗΠΑ γενικά ζηλιάρηδες, τεμπέληδες και ανίκανοι. Αυτό ισχύει και για το υπουργείο Δικαιοσύνης».

«Διάτρητο» υπουργείο

Τελικά, φαίνεται ότι κάποιος από το υπουργείο Δικαιοσύνης ειδοποίησε την ελβετική τράπεζα ότι βρίσκεται σε καθεστώς ελέγχου, ενώ ο προϊστάμενος του Μπέρκενφελντ εκλήθη να καταθέσει στη Φλόριντα απλώς ως μάρτυρας – αφού προηγουμένως συνελήφθη... Αντίθετα, ο Μπέρκενφελντ κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών, ενώ οι ηγέτες των Δημοκρατικών (Τζον Κέρι, Χίλαρι Κλίντον) έμοιαζαν ο μεν πρώτος να παίρνει πολιτικά χρήματα από έναν καταθέτη UBS, η δε δεύτερη να παζαρεύει το θέμα με την ελβετική κυβέρνηση προκειμένου να κερδίσει τη μεσολάβηση της Ελβετίας στο Ιράν. «Δεν θα εμπιστευόμουν το υπουργείο Δικαιοσύνης ούτε για την προστασία της γάτας μου, αν είχα γάτα», γράφει ο Μπέρκενφελντ, ο οποίος στράφηκε αμέσως στη σχετική επιτροπή της Γερουσίας και παρέδωσε όλα τα έγγραφά του σε αυτή. Αυτό δεν εμπόδισε το υπουργείο Δικαιοσύνης να τον στείλει φυλακή με την αιτιολογία ότι δεν αποκάλυψε όσα γνώριζε για ένα Ρώσο πελάτη του, κάτοικο Καλιφόρνιας.

Και όμως, οι αμερικανικές αρχές είχαν μάθει ό,τι ήξεραν για τον Ιγκόρ Ολένικοφ από τον Μπέρκενφελντ. Ο «πληροφοριοδότης» δεν έχασε το χιούμορ του ακόμα και στη φυλακή. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του, και ενώ βρισκόταν σε περιορισμό στο Νιου Χαμσάιρ, δύο εκπρόσωποι του Εθνικού Κέντρου Πληροφοριοδοτών, ΜΚΟ στην Ουάσιγκτον, του έφεραν την επιταγή με το θηριώδες ποσό των 104 εκατομμυρίων δολαρίων για τις πληροφορίες του. Δεκαπέντε δισεκατομμύρια δολάρια ανακτήθηκαν από τις Αρχές χάρη στις πληροφορίες του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ