ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Εναλλακτική ματιά στον τελευταίο των παρτιζάνων

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Μανώλης Γλέζος με διαφορά μισού... αιώνα, όπως τον έχει συλλάβει ο φακός του Ανδρέα Χατζηπατέρα.

Το πιο εύστοχο ίσως στοιχείο του ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Χατζηπατέρα για τον Μανώλη Γλέζο είναι ο τίτλος του. «Ο τελευταίος παρτιζάνος» καταφέρνει με τρεις λέξεις να φθάσει όσο κοντινότερα γίνεται στον πυρήνα του ανθρώπου-συμβόλου, που είναι σήμερα ο 95χρονος Γλέζος. Ειδικά όταν συνοδεύεται και από τον παιχνιδιάρικο υπότιτλο «Οδηγίες αντίστασης από τον Μανώλη Γλέζο». «Εμείς εκεί στ’ Απειράθου είμαστε όλοι επαναστάτες. Ξέρουμε να λέμε μόνο “όχι”. Να αντιστεκόμαστε σε οτιδήποτε προσπαθεί να μας υποτάξει», ακούμε τον ίδιο να λέει γελώντας σε κάποιο σημείο της ταινίας. Αυτό το εξεγερτικό, συχνά απόλυτο αλλά ακόμα ολοζώντανο πνεύμα, αναδύεται ανάγλυφο από το φιλμ του Ανδρέα Χατζηπατέρα. Πιθανότατα διότι αυτός ο τελευταίος, αγγλοτραφής γαρ, ελάχιστα γνωρίζει για την ελληνική μικροπολιτική και επομένως «διαβάζει» τον πρωταγωνιστή του με έναν τρόπο αναπάντεχα πρωτότυπο και διεισδυτικό.

«Αυτή την ταινία τη σχεδίασα τρεις φορές. Η αρχική ιδέα ήταν να φτιάξουμε το πορτρέτο του σύγχρονου Γλέζου, ενός ανθρώπου που αποφάσισε να γίνει ευρωβουλευτής στα 92 του, προσπαθώντας να εξηγήσουμε το γιατί. Σύντομα κατάλαβα πως ήταν αδύνατο να προσεγγίσεις τη συγκεκριμένη προσωπικότητα χωρίς να αναφερθείς στην ιστορία της. Ξεκίνησα λοιπόν από την αρχή, δημιουργώντας μια βιογραφία, μιλώντας για εκείνον με πολιτικούς, φίλους κ.ο.κ. Αυτή τη φορά όμως είδα πως έχανα τον χαρακτήρα. Ετσι έκανα την τρίτη προσπάθεια, φτιάχνοντας ένα φιλμ που εστιάζει στον ίδιο τον άνθρωπο και τον αποκαλύπτει πίσω από τον ήρωα που οι περισσότεροι βλέπουν σήμερα», μας λέει με τα σπαστά ελληνικά του ο νεαρός σκηνοθέτης, μετά τη δημοσιογραφική προβολή. Στο πλάι του, ο Μ. Γλέζος απαντά με τις συνηθισμένες του παραβολικές ιστορίες σε λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές πολιτικές ερωτήσεις.

Το νόημα όμως –και της ταινίας– δεν είναι αυτό. Αν και η συγκεκριμένη μορφή είναι αδύνατον να ειδωθεί εκτός πολιτικού πλαισίου, ο Χατζηπατέρας καταφέρνει να αποφορτίσει σχεδόν ολοκληρωτικά το υλικό του. Αντί για τη στημένη δράση προτιμά στιγμιότυπα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «backstage». Οι στείροι μονόλογοι αντικαθίστανται από μια κάμερα που ακολουθεί τον Γλέζο σε ένα σχολείο, όπου συνομιλεί με παιδιά, σε μια εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου ή στο Eυρωκοινοβούλιο. Η αλληλεπίδραση του ηλικιωμένου αγωνιστή με τους ανθρώπους είναι πολύ πιο αποκαλυπτική από την οποιαδήποτε αφήγηση, ενώ το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει και η επίσκεψη στην Απείρανθο της Νάξου, όπου οι συντοπίτες του μιλούν, εν τη απουσία του, για εκείνον.

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως η αποστασιοποίηση αποδείχθηκε σε αυτή την περίπτωση ευεργετική. Χάρις σε αυτή, το μαχητικό πνεύμα, η συγκίνηση, το χιούμορ, η... οργή, η ίδια η ιστορία μοιάζει έναν τόνο πιο αυθεντική. Ακριβώς δηλαδή όπως πρέπει να τα απεικονίζει ένα καλό ντοκιμαντέρ. Στις αίθουσες από 25/10.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ