ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ο Κορρές πλημμύρισε με ελληνικές γεύσεις την καρδιά του Μανχάταν

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΝΤΗ

Πηγή έμπνευσης αποτέλεσε το έργο «το μέγα αρτοποιείον» του ζωγράφου Θεόφιλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μαγεία του λαογραφικού ελληνικού πλούτου και οι προσωπικές αναμνήσεις δεν εμπνέουν μόνον τους καλλιτέχνες. Eνίοτε, συνιστούν αφορμή για τη σύλληψη μιας νέας επιχειρηματικής ιδέας, η οποία έχει ως στόχο να αναδείξει τον ελληνικό πολιτισμό σε ένα άλλο μέρος του κόσμου.

Μια τέτοια ιδέα συνέλαβαν, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, ο Γιώργος Κορρές μαζί με τον συνεταίρο και φίλο του Νίκο Πασχαλάκη, δημιουργώντας έναν κομψό, με γερές δόσεις φολκλορικών στοιχείων, φούρνο στην καρδιά του Μανχάταν. Τα εγκαίνια έγιναν στις 3 Οκτωβρίου, ενώ, όπως υποδηλώνει και το όνομα του καταστήματος, πηγή έμπνευσης αποτέλεσε το έργο «Το μέγα αρτοποιείον» του ζωγράφου Θεόφιλου. Μολονότι το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν έχει σχέση με τα καλλυντικά φυσικά προϊόντα, για τον κ. Κορρέ υπάρχει μεγάλη συνάφεια με τη βασική δραστηριότητα της εταιρείας. Και αυτό γιατί και η εταιρεία Κορρές προωθεί στην αγορά προϊόντα διατροφικής αξίας, όπως είναι οι βιταμίνες, κάτι που υποδηλώνει ότι τόσο η ελληνική φύση όσο και η ελληνική γαστρονομία συνιστούν πηγές επιχειρηματικής έμπνευσης για τον κ. Κορρέ.

Ο συγκεκριμένος φούρνος συστήνει μεν στο νεοϋορκέζικο κοινό συνταγές από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αλλά λειτουργεί και ως ένα μικρό μουσείο τέχνης, εντός του οποίου ελληνικά εδέσματα, όπως η σπανακόπιτα, τοποθετούνται σε χάρτινη συσκευασία με στίχους του Ομήρου, αποσπάσματα από την ελληνική λογοτεχνία, καθώς και ελληνικές παροιμίες. Οπως αναφέρει ο κ. Κορρές, ο Fournos Theophilos, όπως είναι η επίσημη ονομασία του, αποτελεί για τον ίδιο μια «σκηνή» αλλά και αναβίωση προσωπικών βιωμάτων.

«Η αφορμή για την υλοποίηση της ιδέας προήλθε από μια κουρελού του 1880 που άνηκε στη γιαγιά της γιαγιάς μου και, λόγω των έντονων σχεδίων της, αρχίσαμε να αναζητούμε στοιχεία λαϊκής παράδοσης, από όλη την Ελλάδα», αναφέρει στην «Κ» ο κ. Κορρές. «Ετσι, δουλέψαμε αρχικά με το Μουσείο Μπενάκη, από όπου πήραμε θέματα από ελληνικά υφαντά, ταγάρια, κεντήματα και στολές, στολίζοντας έτσι τους τοίχους του φούρνου, ενώ συνεργαστήκαμε και με το Μουσείο Θεόφιλου στην Μυτιλήνη, από όπου αντλήσαμε έργα λαϊκής τέχνης, τα οποία αποτέλεσαν βάση για το χτίσιμο της εικόνας της νέας επιχείρησης».

Παράλληλα, ο κ. Κορρές και ο κ. Πασχαλάκης συνεργάστηκαν με τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη, ο οποίος επέλεξε κείμενα από την ελληνική λογοτεχνία σχετικά με τη διατροφή για τη διακόσμηση του χώρου αλλά και των συσκευασιών του καταστήματος. Το διώροφο όμως κατάστημα δεν είναι ούτε ένας απλός φούρνος ούτε ένα απλό εστιατόριο, καθώς περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τμήμα ντελικατέσεν με προϊόντα μικρών παραγωγών (μέλι, λάδι, κουλούρια), τα οποία, από μόνοι τους οι παραγωγοί, δεν είχαν τη δυνατότητα να τα εξάγουν στην αμερικανική αγορά. Σπεσιαλιτέ του καταστήματος είναι το λεγόμενο pie cup, μια παραλλαγή της γνωστής μπουγάτσας σε κυπελλάκι, ενώ για μεσημεριανό ο επισκέπτης μπορεί να γευθεί συνταγές από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Μάλιστα, ήδη αναμένουν να λάβουν έγκριση από τις αρχές για τη χρήση αλκοόλ, κάτι που θα επεκτείνει και τις δραστηριότητες της επιχείρησης, επιτρέποντας την προσφορά ελληνικών εδεσμάτων και το απόγευμα. Σε περίπτωση που το εγχείρημά του επιτύχει, ο κ. Κορρές δεν σχεδιάζει να μεταφέρει την ιδέα του φούρνου στην Ελλάδα. Ο ίδιος όμως μας λέει ότι «ήδη έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον για επέκταση της επένδυσης από Βόρεια Αμερική, Ευρώπη μέχρι και Ασία». «Ωστόσο», προσθέτει, «αυτό θέλει χρόνο, δεδομένου ότι ο καταναλωτής είναι εκείνος που θα υποδείξει και τις δικές μας επόμενες κινήσεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ