ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μένω στην Κυψέλη από το 1958, θυμάμαι ακόμα τον εαυτό μου ως παιδί να ψωνίζει από τα μανάβικα, θυμάμαι και τη θλίψη μου αργότερα να αντικρίζω την αγορά να μαραζώνει». Με αυτά τα λόγια «αυτοσυστήνεται» ο 69χρονος κ. Βαγγέλης, γείτονας της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, καθώς περνάει περιχαρής και συνάμα περίεργος το κατώφλι της Γκαλερί 13m2, μιας από τις οκτώ κοινωνικές επιχειρήσεις που στεγάζει η στοά. Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι και η –νέα– Δημοτική Αγορά της Κυψέλης (ΔΑΚ), δεκαπέντε ημέρες μετά τα εγκαίνιά της, σφύζει από ζωή. Δεκάδες συνταξιούχοι συνεχίζουν την πρωινή τους βόλτα χαζεύοντας τις βιτρίνες των καταστημάτων της ΔΑΚ, που, καθώς έχουν νέους για εκείνους θεματικούς άξονες –όπως την ανακύκλωση ηλεκτρονικών υπολογιστών ή την οργάνωση παιχνιδιών ρόλων– τους προσελκύουν το ενδιαφέρον. Παράλληλα, δημότες συρρέουν στα ΚΕΠ, πρόσφυγες καταφθάνουν για μαθήματα ελληνικών στην Caritas ή στο Danish Refugee Council, νεαροί εκπαιδευόμενοι παρακολουθούν σεμινάρια επιμόρφωσης στο learning space και στο digital lab.


Η αγορά, καθαρή και φιλική, προσελκύει πολλές οικογένειες με μικρά παιδιά. Την καθαριότητα στο αίθριο έχουν αναλάβει οι οδοκαθαριστές του Δήμου Αθηναίων και των αποχωρητηρίων, το ΚΕΠ.

«Τα απογεύματα και τα Σάββατα συχνάζουν πολλοί γονείς με μικρά παιδιά, όπου εδώ βρίσκουν τον “χώρο” τους, καθώς συνδυάζεται η ανοιχτοσύνη με το προστατευμένο περιβάλλον», σημειώνει εκ μέρους του impact hub, που διαχειρίζεται για πέντε χρόνια τη ΔΑΚ, η κ. Ελενα Λάμπρου. Η γειτονιά, που δήλωνε αρχικά επιφυλακτική, τώρα διακατέχεται από διερευνητική διάθεση που εξελίσσεται συχνά σε ενθουσιασμό.

Στη μικροσκοπική γκαλερί της αγοράς πωλούνται δημιουργίες από τους μαθητές του Εργαστηρίου Ειδικής Αγωγής «Μαργαρίτα», που είναι άτομα με νοητική υστέρηση. «Από την πρώτη μέρα μάς επισκέπτονται άνθρωποι που θέλουν να μάθουν περισσότερα για τη δράση μας», εξηγεί στην «Κ» η κ. Ελένη Παλλέ, art therapist και επικεφαλής του εγχειρήματος. Στο κατάστημα των 13 τ.μ. οι πρωτεργάτες του «Μαργαρίτα» θα διοχετεύουν τα προϊόντα του εργαστηρίου μεταξοτυπίας, το οποίο λειτουργεί από τη δεκαετία του ’80 και διαθέτει πλέον σύγχρονο εξοπλισμό, με αποτέλεσμα να μπορούν να τυπώνουν χειροκίνητα σε ύφασμα και χαρτί κάρτες, προσκλητήρια, τραπεζομάντιλα, μπλούζες με λογότυπους, αλλά και πίνακες ζωγραφικής. Ορισμένοι Ελληνες καλλιτέχνες, όπως ο Γιώργος Σταθόπουλος, έχουν αδειοδοτήσει το εργαστήριο να αναπαράγει σε μεταξοτυπίες τα έργα τους. Ετσι, οι καταναλωτές έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν μια πιστή και υψηλής ποιότητας απομίμηση έργου τέχνης σε προσιτή τιμή. Στην γκαλερί, βέβαια, πωλούνται εξίσου κοσμήματα και υφαντά από τα υπόλοιπα εργαστήρια του «Μαργαρίτα» στην Πεντέλη.

Ωστόσο, ο στόχος του εγχειρήματος είναι διττός, καθώς η κ. Παλλέ εκπαιδεύει ήδη δύο σπουδαστές του «Μαργαρίτα» στην γκαλερί, ώστε να μάθουν πώς να εξυπηρετούν τους πελάτες, να προωθούν τα έργα, να κόβουν αποδείξεις σε ταμειακή μηχανή κ.ά. «Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν τις δεξιότητες εκείνες, ώστε να μπορούν μελλοντικά να εργαστούν σε οποιοδήποτε κατάστημα», επισημαίνει στην «Κ» ο κ. Βάσιας Τσοκόπουλος, πρόεδρος του «Μαργαρίτα», «να περάσουν δηλαδή από έναν ημιπροστατευόμενο χώρο εργασίας στην ελεύθερη αγορά».


Με περίσσιο μεράκι και επιμέλεια οι σπουδαστές του «Μαργαρίτα» δημιουργούν αντικείμενα όπως αυτό.

Second Hand Shop

Λίγο πιο κάτω συναντάμε το Second Hand Shop, που εμπορεύεται επαναχρησιμοποιημένα βιβλία, κοσμήματα, ρούχα, τσάντες, παπούτσια και μωρουδιακά, ένα μαγαζί που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ανάλογα vintage καταστήματα της Ευρώπης. «Μερικοί ηλικιωμένοι έρχονται ακόμα και δύο φορές την ίδια μέρα, για να δουν αν έχει έρθει νέο εμπόρευμα», περιγράφει στην «Κ» η κ. Διονυσία Τασούλα εκ μέρους του Κοινωνικού Συνεταιρισμού «Αρχιπέλαγος», που έχει την έδρα του στην Κυψέλη και στοχεύει στη δημιουργία θέσεων εργασίας για κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα. «Ο κόσμος έχει ενθουσιαστεί, γιατί, γνωρίζοντας ότι ο σκοπός είναι καλός, αποφασίζει να απελευθερώσει αποθήκες και ντουλάπια από πράγματα που δεν χρησιμοποιεί πια, αλλά δυσκολευόταν μέχρι τώρα να αποχωριστεί», διευκρινίζει. «Τη μεγαλύτερη κινητικότητα έχουν τα βιβλία, που πωλούμε σε τιμές από 3 έως 5 ευρώ, διαψεύδοντας όσους πιστεύουν ότι οι Ελληνες δεν διαβάζουν». Ακολουθούν τα faux bijoux, οι τσάντες και τα ρούχα. «Η εν λόγω κουλτούρα, διαδεδομένη στο εξωτερικό, καλλιεργείται τώρα στην Ελλάδα υποβοηθούμενη και από την οικονομική κρίση», καταλήγει η κ. Τασούλα. Αγοράζοντας πράγματα από «δεύτερο χέρι» δίνουν μια «δεύτερη ευκαιρία» σε όσους την επιζητούν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ