ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με τη φράση «πρέπει να δημοσιοποιούνται όλα εκείνα τα οποία αφορούν εσφαλμένους χειρισμούς εθνικών θεμάτων», ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλος παρέλαβε, χθες, από τον κ. Ν. Βούτση τους τέσσερις πρώτους τόμους του Φακέλου της Κύπρου. Ο κ. Παυλόπουλος αναφερόμενος στη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή έκανε λόγο για «ένα όνειδος για τη διεθνή κοινότητα και την Ε.Ε.» για να προσθέσει: «Το Κυπριακό βεβαίως είναι ένα τεράστιο ζήτημα του Ελληνισμού. Είναι όμως διεθνές και ευρωπαϊκό ζήτημα. Η ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης είναι απαραίτητη».

Το υλικό στη συνέχεια παραδόθηκε από τον πρόεδρο της Βουλής στον κ. Αλ. Τσίπρα: «Είναι ιστορική στιγμή που δίνεται επιτέλους στη δημοσιότητα και ο κάθε πολίτης έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει στα πραγματικά περιστατικά, στα γεγονότα που στιγμάτισαν τη νεότερη Ιστορία του τόπου», σχολίασε ο πρωθυπουργός και πρόσθεσε: «Η απόλυτη γνώση της Ιστορίας μας, ακόμα κι αν η Ιστορία μάς πληγώνει, είναι σχολείο για τις επόμενες γενιές και για την πολιτική ζωή του τόπου, που πρέπει να συνειδητοποιήσει από τα λάθη που έγιναν στο παρελθόν πώς θα τα αποφύγει στο μέλλον».

Οι πρώτοι τέσσερις τόμοι του Φακέλου, πριν το περιεχόμενό τους αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της Βουλής των Ελλήνων, παραδόθηκαν και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, με τον κ. Κ. Τσιάρα εκ μέρους της Ν.Δ., ως γραμματέα της Κ.Ο., να σημειώνει ότι το πολιτικό σύστημα πρέπει να συνεργάζεται σε ζητήματα που συμφωνεί.

Για σημαντική πρωτοβουλία για την αποτύπωση της Ιστορίας έκανε λόγο ο γραμματέας της Κ.Ο. του ΚΚΕ Αχ. Κανταρτζής. Για ιστορική στιγμή μίλησαν οι εκπρόσωποι των ΑΝΕΛ και του Ποταμιού, ενώ εκ μέρους της Ενωσης Κεντρώων ο κ. Β. Σπύρου σημείωσε ότι το κόμμα του θα εξετάσει την έκδοση και θα την αξιολογήσει.

Σημειώνεται ότι στον πρώτο τόμο περιλαμβάνονται τα πορίσματα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον δεύτερο τόμο τα διαδικαστικά ζητήματα που απασχόλησαν την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, ενώ ο τρίτος και τέταρτος τόμος περιλαμβάνουν καταθέσεις μαρτύρων.

Την Επιτροπή που επεξεργάστηκε το υλικό αποτελούν ο γενικός γραμματέας της Βουλής Κώστας Αθανασίου, ο οποίος είναι και πρόεδρός της, και (κατ’ αλφαβητική σειρά) οι κ.κ. Αντώνης Βγόντζας, Ελλη Δρούλια, Παναγιώτης Ηλιόπουλος, Ολια Ησαΐα, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Πέτρος Παπαπολυβίου, Γιώργος Σαββαΐδης, Τάσος Σακελλαρόπουλος, Αρης Σωτηρόπουλος, Βάσω Τσακανίκα, Μάγδα Φυτιλή. Σημειώνεται, τέλος, ότι ο Φάκελος της Κύπρου εκτυπώθηκε στα τυπογραφεία του ΚΕΘΕΑ Θεσσαλονίκης.

Τι αναφέρουν τα πρακτικά της Εξεταστικής

Αναμφισβήτητης αξίας ντοκουμέντο, για τη δραματικότερη ίσως «στιγμή» της νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού, εκείνη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που έχει αφήσει ανοιχτή πληγή έως σήμερα με τη συνεχιζόμενη κατοχή της μισής νήσου από τουρκικά στρατεύματα, συνιστά το υλικό του Φακέλου της Κύπρου –δηλαδή τα πορίσματα και τα πρακτικά ερευνών που πραγματοποίησαν ειδικές επιτροπές της Βουλής των Ελλήνων και της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου– και του οποίου η δημοσιοποίηση άρχισε χθες στην Αθήνα, μέσω της ιστοσελίδας του Κοινοβουλίου. Πολλοί ομιλούν περί άκρως ενδιαφέροντος αναγνώσματος για τους πολίτες, και ιδιαιτέρως χρήσιμου υλικού προς περαιτέρω επιστημονική μελέτη από ιστορικούς.

Η πρώτη προσέγγιση τόσο του έως χθες χαρακτηρισμένου «απορρήτου» υλικού, όσο και των συνοδευτικών σημειωμάτων, έρχεται κατ’ αρχάς να υπενθυμίσει ότι ουδείς τιμωρήθηκε για το έγκλημα που οδήγησε στον Αττίλα και στη συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τον στρατό της Τουρκίας. Παράλληλα, αναδεικνύονται οι γνωστές και διαχρονικές δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού: όπως όλες οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, έτσι και εκείνη που ασχολήθηκε –με μεγάλη καθυστέρηση, όπως πολλοί σχολιάζουν– με το Κυπριακό, δεν κατέληξε σε κοινό πόρισμα, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις «διάβασαν» το συγκεντρωθέν υλικό με τρόπο ο οποίος τροφοδότησε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις περί «κομματικών σκοπιμοτήτων». Η πλειοψηφία, προερχόμενη από το κυβερνών τότε ΠΑΣΟΚ, καταλόγιζε ευθύνες στο ιστορικό στέλεχος της Ν.Δ. Ευ. Αβέρωφ, ενώ στεκόταν τουλάχιστον κριτικά έναντι του Κων. Καραμανλή. Το γεγονός αυτό έκανε τους βουλευτές της Ν.Δ. να διαχωρίσουν τη θέση τους, με την επισήμανση ότι «η ορθότητα της πολιτικής της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας δεν αμφισβητήθηκε από κανένα πολιτικό ή στρατιωτικό ηγέτη της Ελλάδας και της Κύπρου». Από την πλευρά του, ο τότε βουλευτής του ΚΚΕ Κ. Κάππος καταλόγιζε ευθύνες επίσης σε ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, ΝΑΤΟ.

Ταυτόχρονα, καθίσταται σαφές τόσο από την ανάγνωση του υλικού όσο και από τις επισημάνσεις που επισυνάπτονται, πως το υλικό αποτελεί μόνο μέρος της αλήθειας, τμήματα του οποίου μάλιστα ελέγχονται έως και μη αξιόπιστα.

Λόγοι για την ατιμωρησία

«Οι υπεύθυνοι για την τραγωδία της Κύπρου παρέμειναν ατιμώρητοι για τις συγκεκριμένες ενέργειές τους το καλοκαίρι του 1974», τονίζουν στην εισαγωγή τού πρώτου τόμου που προηγείται των κεντρικών πορισμάτων ο γ.γ. της Βουλής Κ. Αθανασίου και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Βουλής των Αντιπροσώπων Σ. Σωκράτους, για να συμπληρώσουν: «Οι λόγοι για την ατιμωρησία αφορούν τις ευρύτερες τότε αντικειμενικές συνθήκες που περιόρισαν εν γένει τη διαδικασία της αποχουντοποίησης, την αποφυγή της όξυνσης των σχέσεων της νεοπαγούς δημοκρατικής πολιτείας και του στρατού, το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία, αλλά αφορούν και την όποια απαραίτητη προσπάθεια για την ανύψωση του ηθικού του στρατεύματος». Στο πλαίσιο αυτό, ακριβώς, μνημονεύεται και δήλωση του τότε πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή (Βουλή, 16/10/1975) για τη συγκεκριμένη πτυχή: «Θα παραμείνει, βέβαια, ακόμα εκκρεμής η δίωξις των υπευθύνων διά το πραξικόπημα της Κύπρου, και τούτο διότι η κυβέρνησις νομίζει ότι κατά την παρούσα φάσιν του Κυπριακού δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί η δίκη αζημίως διά την υπόθεσιν της Κύπρου». Αναλόγου περιεχομένου αναφορά έγινε, ωστόσο, πολλά χρόνια αργότερα, από υπουργό κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ: «Η διερεύνηση αυτή, το κοινώς λεγόμενο άνοιγμα του Φακέλου της Κύπρου, πρέπει να γίνει την κατάλληλη στιγμή, ώστε να μην υπάρχουν εθνικά δυσάρεστες παρενέργειες» (υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Α. Μαγκάκης, Νοέμβριος 1983).

Τελικώς, δύο χρόνια αργότερα, συστάθηκε η επιτροπή στη Βουλή, για να ολοκληρώσει το έργο της τον Οκτώβριο του 1988, με το πόρισμά της να μη φθάνει ποτέ προς ψήφιση από την Ολομέλεια, και με τον πολιτικό κόσμο της χώρας να συγκλονίζεται εκείνη την εποχή από το σκάνδαλο Κοσκωτά. Η απόσταση από τα τραγικά γεγονότα και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις συνέβαλαν ώστε να περάσει χωρίς την απαιτούμενη, για ένα τέτοιο ζήτημα, προσοχή της κοινής γνώμης η δημοσιοποίηση του πορισματικού κειμένου (δίχως τις καταθέσεις μαρτύρων και τα έγγραφα που ο Φάκελος περιλαμβάνει) μέσω ειδικής έκδοσης της Βουλής. Η εξέλιξη έδειξε, απλώς, να κινητοποιεί τη Λευκωσία, η οποία ζήτησε το πλήρες υλικό ενόψει και έρευνας που θα διεξήγε η Βουλή των Αντιπροσώπων. Το υλικό αυτό, ωστόσο, που τώρα αρχίζει τμηματικά να δημοσιοποιείται, δόθηκε πολύ αργότερα.

«Η επιτροπή μας, μία επιφύλαξη διατηρεί: Δεν είναι δυνατόν από τη φύση των ερευνών να βεβαιώσει ότι δεν υπάρχουν άλλα αποδεικτικά στοιχεία που πιθανόν να φώτιζαν και από άλλη οπτική γωνία την κυπριακή τραγωδία», σημειωνόταν στον επίλογο του πορίσματος της πλειοψηφίας, με την παράλληλη επισήμανση ότι «συναντήσαμε δυσχέρειες στην αναζήτηση της αλήθειας».

«Φυσικά, το πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου δεν αποτελεί ούτε δικαστική απόφαση ούτε ετυμηγορία της Ιστορίας. Απαντά σε πολλά ερωτήματα. Αλλα παραμένουν αναπάντητα», επισήμαινε από την πλευρά του, για το πόρισμα της έρευνας στη Λευκωσία, ο πρ. πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μ. Καρογιάν, προσθέτοντας ωστόσο: «Το πόρισμα περιλαμβάνει αρκετά και σημαντικά στοιχεία και μαρτυρίες που υποδεικνύουν ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς, συνεργούς και συνενόχους».

Σχετικά, οι κ. Ν. Βούτσης και Δ. Συλλούρης, στον κοινό της σημερινής έκδοσης πρόλογο, αναφέρουν: «Οι απαντήσεις και οι τοποθετήσεις που καταγράφονται αποτελούν αυστηρά προσωπικές απόψεις του καθενός, είτε αυτές αφορούν προσωπικές του ευθύνες είτε αφορούν ευθύνες που ενδεχομένως αυθαίρετα, λανθασμένα ή ίσως και κακόβουλα καταλογίζονται σε άλλα πρόσωπα και τρίτες χώρες, ή και ακόμη, προκειμένου για ανθρώπους που αποδεδειγμένα φέρουν το κύριο βάρος του εθνικού άγους του 1974, αποτελούν εμφανέστατη προσπάθεια να αποσείσουν μέρος από τις ασήκωτες ιστορικές τους ευθύνες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ