ΒΙΒΛΙΟ

Πάρτι ουσιών στο Τρίτο Ράιχ

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν», λέει ο Νόρμαν Ολερ, που αποκαλύπτει στο βιβλίο τις ενέσεις με οπιούχα και διεγερτικά που έκανε ο Φύρερ πριν πάρει σημαντικές αποφάσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Με κάλεσε το πρωί στις 4.30: Ο Φύρερ έχει πάλι σπασμό. Eudokal - Eupaverin ε.φ. Οι συναρπαστικότερες μέρες μιας ολόκληρης ζωής. Πρέπει να κερδίσουμε τη μεγάλη νίκη! [...] Σοβαρές ενέσεις στο τρένο όχι δυνατές, λόγω απαραίτητης φρεσκάδας κατά την αποβίβαση, αλλά σύμφωνα με την αντίληψή του απολύτως απαραίτητη ακόμα μία ενδοφλέβια ένεση».

Το παραπάνω κωδικοποιημένο αλλά γλαφυρό απόσπασμα προέρχεται από τις σημειώσεις του δρος Τέο Μορέλ, του προσωπικού γιατρού του Αδόλφου Χίτλερ, που γέμιζε τις φλέβες και το αίμα του «Ασθενή Α» με ένα κοκτέιλ διεγερτικών φαρμάκων, ζωικών ορμονών και ναρκωτικών, όπως αναλυτικά περιγράφει ο Γερμανός συγγραφέας Νόρμαν Ολερ στο βιβλίο του «Υπερδιέγερση: Τα ναρκωτικά στο Τρίτο Ράιχ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση των Χρήστου Κοκκολάτου και Βασίλη Τσαλή.

Τη στιγμή που μοιάζει να έχουν όλα ειπωθεί για τη σκοτεινή πλευρά της Γερμανίας, ο 48χρονος συγγραφέας φωτίζει για πρώτη φορά μια άγνωστη πλευρά της Ιστορίας, με την οποία οι μελετητές δεν είχαν ασχοληθεί στο παρελθόν. «Οι ιστορικοί δεν είναι εκπαιδευμένοι να ψάχνουν για πράγματα, όπως τα ναρκωτικά, και μάλλον δεν είχαν καταλάβει ότι μπορεί να άφησαν ένα σημαντικό αποτύπωμα», μας λέει κ. Ολερ στη συνάντησή μας στην Αθήνα. Ο ίδιος είχε πειραματιστεί για λίγο με τις επιδράσεις των ουσιών στην εφηβεία του και όταν ένας φίλος του ντι-τζέι του μίλησε για τη σύνδεση των ναζί με τα ναρκωτικά, ο ψηλόλιγνος 48χρονος συγγραφέας πέρασε πέντε χρόνια έρευνας στα κρατικά αρχεία της Γερμανίας και των ΗΠΑ για να μάθει για το τοξικό, από κάθε άποψη, ναζιστικό καθεστώς.

Η στροφή του 1936

Η «Υπερδιέγερση» ξεκινάει με την ανακάλυψη της μορφίνης από τον Φρίντριχ Βίλχελμ Ζέρτιρνερ στις αρχές του 19ου αιώνα και την εξάπλωση των ναρκωτικών στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν «το έθνος είχε ανάγκη από τόνωση». Το ναζιστικό κόμμα όμως εφάρμοσε μια σκληρή πολιτική κατά των ναρκωτικών, στέλνοντας εξαρτημένους σε στρατόπεδα εξόντωσης.

Τα πράγματα άλλαξαν μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και την αμερικανική αμφεταμίνη που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στους Αγώνες. Η απάντηση της φαρμακοβιομηχανίας Τέμλερ ήταν η πρώτη γερμανική μεθαμφεταμίνη με την εμπορική ονομασία «Περβιτίν», το «ναρκωτικό του λαού», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, που καταναλώθηκε σε μεγάλες ποσότητες και ανεξέλεγκτα από τους Γερμανούς στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους και ο εξαρτημένος νομπελίστας Χάινριχ Μπελ. To «τριπ» όμως ήταν μόλις στην αρχή του και ξεκίνησε με την πτώση της Γαλλίας.

Το σχέδιο για τη διάσπαση του συμμαχικού μετώπου προϋπέθετε την εισβολή μιας αρμάδας τεθωρακισμένων από την απροσπέλαστη, έως τότε, οροσειρά των βελγικών Αρδενών και την επίθεση με «κεραυνοβόλο πόλεμο», τον λεγόμενο «Blitzkrieg». Το πρόβλημα ήταν ο χρόνος. Η προέλαση έπρεπε να γίνει ταχύτατα για να μην προλάβουν να αντιδράσουν οι Σύμμαχοι. Επειτα από συζητήσεις το διεγερτικό Περβιτίν έγινε «μέρος του υγειονομικού εξοπλισμού» με επίσημη διαταγή και τη νύχτα της εισβολής «χιλιάδες στρατιώτες έβγαλαν το σκεύασμα από το ρεβέρ του δίκοχου» και η μεθαμφεταμίνη έβαλε «φωτιά στον εγκέφαλο». Θα είχε πέσει η Γαλλία χωρίς ναρκωτικά;

«Τα ναρκωτικά ήταν το τέλειο μέσο για αυτό το σχέδιο. Είναι πολύ πιθανό ότι χωρίς αυτά η επιχείρηση θα κατέρρεε, αλλά δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Το σχέδιο απαιτούσε από τους στρατιώτες να μείνουν ξύπνιοι για τρία μερόνυχτα. Είναι φανερό ότι τα ναρκωτικά βοήθησαν και ήταν σημαντικό κομμάτι της εκστρατείας τους», μας λέει ο Νόρμαν Ολερ. Στο βιβλίο περιγράφεται η σταδιακή εξάρτηση του στρατού από τα διεγερτικά και οι ακρότητες στις οποίες υπέβαλαν όχι μόνο τους στρατιώτες αλλά και κρατούμενους.

Δύο περιστατικά ξεχωρίζει ο ίδιος ως τα πλέον σοκαριστικά καθώς άνοιξαν τον δρόμο για νέες πολεμικές τακτικές: το πρώτο ήταν το σχέδιο του ναυτικού να επιτεθεί με μίνι υποβρύχια σε στρατηγικούς στόχους, όπως στον Τάμεση, χορηγώντας υπερδιεγερτικά σε νεαρούς εθελοντές για να μείνουν ξύπνιοι τέσσερις μέρες, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να πνιγούν αποτρελαμένοι και με ισχυρές παραισθήσεις.

Το δεύτερο ήταν οι δοκιμές των Ες Ες σε κρατούμενους στρατοπέδων συγκέντρωσης για την ανάπτυξη τεχνικών πλύσης εγκεφάλου. «Είναι πολύ σκοτεινά περιστατικά γιατί σχετίζονται με μεταπολεμικά γεγονότα. Οι Αμερικανοί ανέπτυξαν περαιτέρω τις τεχνικές πλύσης εγκεφάλου, ενώ πολλοί στρατοί στον κόσμο πειραματίστηκαν με διάφορες μεθόδους για να κρατάνε τους στρατιώτες σε εγρήγορση».

Ο γιατρός Τέο Μορέλ

Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στη σχέση του Αδόλφου Χίτλερ με τον γιατρό του Τέο Μορέλ και περιγράφει τα διεγερτικά κοκτέιλ που δεχόταν στο σώμα του σε ολοένα και αυξανόμενες ποσότητες. Οσο ο πόλεμος κλιμακωνόταν και η ήττα της Βέρμαχτ φαινόταν αναπόφευκτη τόσο ο «Ασθενής Α» στρεφόταν στον προσωπικό του γιατρό για μια ένεση «ευφορίας».

«Ο Χίτλερ δεν εμπιστευόταν τους ειδικούς, τους ανθρώπους που ήξεραν πιο πολλά από τον ίδιο. Ο Μορέλ ήταν ένας παχουλός, φιλικός, όχι ειδικός γιατρός, που στην πραγματικότητα δεν εξέτασε ποτέ τον Χίτλερ αλλά με μια ένεση τον έκανε να αισθάνεται όμορφα. Ηταν, θα λέγαμε σήμερα, ένας γιατρός των σελέμπριτις, ένας Dr. Feelgood», μας λέει ο κ. Ολερ.

Οπιοειδή, τεστοστερόνη, διεγερτικά, μέχρι και ορμόνες για αυξημένη σεξουαλική απόδοση έκαναν πάρτι στον οργανισμό του Χίτλερ, με αποκορύφωμα τα δύο τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του.

«Το οπιούχο που έπαιρνε ο Χίτλερ τότε και τώρα υπάρχει στην Αμερική κάνει τον χρήστη να νιώθει ήρεμος, έξυπνος, αυτοπεποίθηση και αυτό τον βοήθησε να διατηρήσει την πορεία του παρά τις αντιρρήσεις των στρατηγών του που έβλεπαν την καταστροφή της Γερμανίας. Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν, αυτό προκύπτει από την έρευνα».

Το σκοτεινό παρελθόν

Το ζήτημα του παρελθόντος απασχόλησε νωρίς τον 48χρονο συγγραφέα. Η σκοτεινή γερμανική περίοδος ήταν κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης και όταν ο μαθητής Νόρμαν ρώτησε τον παππού του για εκείνα τα χρόνια «εκείνος πήγε στο σπίτι κι έφερε έναν φάκελο που είχε μέσα τα ναζιστικά διακριτικά του και ένα κομματικό δελτίο με τις σφραγίδες ότι πλήρωνε τη συνδρομή του». Αντιδρώντας, μίσησε κάθε τι γερμανικό στην εφηβεία του, τον τράβηξε η ριζοσπαστική αριστερά και ξεκίνησε να γράφει ως δημοσιογράφος στην αρχή και ως συγγραφέας στη συνέχεια.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε το 2015, αποσπώντας θετικές εντυπώσεις από τον διακεκριμένο ιστορικό και μελετητή της περιόδου, Ιαν Κέρσοου, και έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Μέσα από το βιβλίο φαίνονται επίσης τα σαθρά θεμέλια του ναζιστικού ιδεολογήματος το οποίο για να στηρίξει ο αρχηγός του κατέφυγε στη χημεία. Αν και η άκρα δεξιά απολαμβάνει μια ιδιαίτερη δυναμική στη Γερμανία, ο ίδιος δεν ανησυχεί για την «επικινδυνότητα» της AfD. Πολιτικά πιστεύει ότι χρειάζονται πιο οικολογικές, σοσιαλιστικές πολιτικές στην Ευρώπη, καθώς το πολιτικό πρόβλημα για τον ίδιο είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στην ερώτηση για το πιο διαχρονικό «ιδεολογικό ναρκωτικό», ο Ολερ απαντά με μια φράση: «Ο φόβος για τον άλλον».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ