Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η διαρκής ανάγκη της «ευσπλαχνίας»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Π​​έρυσι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης επέλεξε ως «πυξίδα» του διαγωνιστικού τμήματος «Το ρίζωμα», με οδηγό το σχεδόν ομότιτλο βιβλίο – δοκίμιο της φιλοσόφου Σιμόν Βέιλ (1909-1943). «Το ρίζωμα είναι ίσως η σημαντικότερη αλλά και η πλέον παραγνωρισμένη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής. Είναι μία από τις πλέον δύσκολες να προσδιοριστούν», γράφει η Βέιλ στο «Ανάγκη για ρίζες». Φέτος, το 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που άρχισε την περασμένη Πέμπτη, περιστρέφεται γύρω από μια άλλη εξαιρετικά ευρύχωρη έννοια: την ευσπλαχνία. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης προτείνει ένα λησμονημένο θέμα της κλασικής τέχνης, όπως εικονογραφήθηκε από τον Ρούμπενς τον 17ο αιώνα αλλά και δεκάδες άλλους καλλιτέχνες. Τριακόσια και πλέον έργα τέχνης (τοιχογραφίες, μικρογραφίες, ανάγλυφα, χαρακτικά, γλυπτά, κ.ο.κ) ανά τους αιώνες αναδεικνύουν τη «Ρωμαϊκή Ευσπλαχνία (Caritas Romana)», με πρωταγωνιστές τον γέρο Κίμωνα και την πληθωρικά όμορφη κόρη του Πέρο. Μια νέα γυναίκα που θηλάζει τον ηλικιωμένο, δεσμώτη και ημιθανή πατέρα της. Ο Ρωμαίος ιστορικός Βαλέριος Μάξιμος, το 31 μ.Χ., κατέγραψε πώς μια κόρη μπήκε στη φυλακή και θήλασε τον πατέρα της ο οποίος είχε καταδικαστεί σε θάνατο από ασιτία.

«Με την πράξη αυτή, η Πέρο αντέστρεψε τις ταυτότητές τους. Δεν ήρθε σε σύγκρουση μόνο με το σωφρονιστικό σύστημα που καταδίκασε τον πατέρα της, αλλά και με το ίδιο το σώμα της. Κατάφερε να απεκδυθεί το κοστούμι της θυγατέρας και να μεταμορφώσει τον πατέρα της σε ομογάλακτο αδελφό των παιδιών της για να τον σώσει», σημειώνει ο Ορ. Ανδρεαδάκης. «Σήμερα μπορούμε να ξαναδούμε αυτή την ιστορία υπό το πρίσμα νεότερων θεωριών για τη θέση της γυναίκας, την παρακμή της πατριαρχίας, την ετεροκανονικότητα των έμφυλων ρόλων».

Διαβάζοντας τις υποθέσεις και μόνο των 15 ταινιών του διεθνούς διαγωνιστικού προγράμματος, δυσκολεύεται κανείς να αναγνωρίσει την έννοια της «ευσπλαχνίας», με τον τρόπο τουλάχιστον που έχει επιβιώσει στο λεξιλόγιό μας ή έχει ερμηνευθεί φιλοσοφικά και θεολογικά ή έχει αποτυπωθεί στην τέχνη. Ανθρωποι πάσχοντες μέσα σε δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινωνίες, συγκρουόμενοι ρόλοι (και βιολογικά), έμφυλες ταυτότητες που διαφοροποιούνται στο πέρασμα του χρόνου, συγκρούσεις, τραύματα, δεσμοί φθαρμένοι αλλά και αναθεωρημένοι. Δεν μεταμορφώνονται μόνον οι εικόνες, αλλά και οι σχέσεις και οι λέξεις.

Τι εννοούμε σήμερα με την «ευσπλαχνία» ή και το «έλεος»; Συν-πάσχουμε, παραχωρούμε χρόνο και χώρο, ανταποκρινόμαστε στην ανάγκη του άλλου ή μένουμε ασυγκίνητοι, απόμακροι, απονεκρωμένοι; Αμφισβητώντας τα στερεότυπα, ανοιγόμαστε στο καινούργιο, με πρόθεση να το κατανοήσουμε, να το αποδεχθούμε, να το εντάξουμε σε μια νέα «κανονικότητα»; Η «ευσπλαχνία» μπορεί να έχει και κόστος· μπορεί να είναι και υποκριτική· μπορεί να εκδηλώνεται ασφυκτικά, βασανιστικά. Αν ως κύριο συστατικό της προτάσσεται η αγάπη, τότε το πεδίο είναι ελεύθερο και για πολλές παρερμηνείες και στρεβλώσεις.

Μακάριοι όσοι αρκούνται σε μονοδιάστατες εκδοχές λέξεων και πράξεων, μοιάζει να σχολιάζει η σύνθεση των 15 ταινιών που διαγωνίζονται φέτος για τα βραβεία. Και όχι μόνο. Γιατί, χρόνια τώρα, ο κινηματογράφος αντιλαμβάνεται τον κόσμο που αλλάζει και τον περιγράφει άλλοτε ρεαλιστικά άλλοτε συμβολικά, εντοπίζοντας τους κινδύνους αλλά και τη δυναμική του. Αλλοτε ξαστοχεί άλλοτε χτυπάει φλέβα. Η παράλληλη αναζήτηση των ίδιων θεμάτων, που επιστρέφουν εμμονικά σε διάφορες εκδοχές, όπως η ενδοοικογενειακή βία, δηλώνει ότι το σπίτι δεν είναι μόνον καταφύγιο. Συχνά-πυκνά είναι πηγή πόνου, δυσφορίας, πίεσης, απομόνωσης.

Οι σκηνοθέτες από την Ελλάδα έως την Ταϊλάνδη, την Αμερική, τη Γερμανία, τη Δανία βλέπουν τη ζωή σαν θρίλερ, σαν μια ανοικτή πρόκληση, που επιφυλάσσει αγωνία, πολλές ανατροπές, ανελέητες μάχες, με τον εαυτό πρωτίστως, αλλά και μάχες επιβίωσης.

Ισως γι’ αυτό το στήθος της «Ρωμαϊκής Ευσπλαχνίας», που προσφέρει αναπάντεχη τροφή και σωτηρία, να μην είναι εξίσου «ορατό» ούτε κοινό, το ίδιο για όλους. Η υπόσχεση όμως παραμένει διαρκής και αναγκαία· πότε για να αποκαλύπτει τις ανεπάρκειες και τους κινδύνους της πολιτικής πότε για να στεγάζει την τόλμη και την αντισυμβατικότητα της τέχνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ