ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Στα σπίτια της καλής κοινωνίας, τρία αντικείμενα πολυτελείας είναι απαραίτητα στους χώρους υποδοχής, εάν οι οικοδεσπότες θέλουν να θεωρούνται καθωσπρέπει: μπρούντζινα κομψοτεχνήματα, επιτραπέζια ρολόγια, πορσελάνινα ειδώλια», έγραφε η Journal des Dames et des Modes στις 10 Ιανουαρίου του 1827. Από τα πρώτα γαλλικά εικονογραφημένα έντυπα με παρελθόν από το 1797, η Εφημερίδα των Κυριών και της Μόδας έδινε το πρόσταγμα στις τάσεις της εποχής. Και μόδα τότε στη Γαλλία ήταν και τα επιτραπέζια ρολόγια από επιχρυσωμένο μπρούντζο ή πορσελάνη. «Μικρά γλυπτά» για πολλούς σήμερα, έστεκαν περήφανα πάνω στο τζάκι και σήμερα φωτίζουν πτυχές της ελληνικής Ιστορίας. Πάνω απ’ όλα καθρεφτίζουν το φιλελληνικό ρεύμα που ενθουσίασε τη Δύση.


Οι μορφές που βλέπουμε στις 312 σελίδες της έκδοσης είναι όμορφες, ρωμαλέες, λυγερές, ταιριαστές στους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Το Παρίσι ήταν το αποκλειστικό κέντρο παραγωγής τους.

Ηταν η εποχή που ο αγώνας για την Ελληνική Ανεξαρτησία είχε μεγάλη απήχηση στα σαλόνια της Ευρώπης. Αυτή η ατμόσφαιρα στις δεκαετίες του 1820 και 1830 αποτυπώθηκε στα επιτραπέζια ρολόγια του καιρού. Οι φιγούρες των Μαυρομιχάλη, Κανάρη, Κολοκοτρώνη, Μπουμπουλίνας, Ανδρούτσου, Μιαούλη, Μπότσαρη αλλά και του Μπάιρον σμιλεύονται και επιχρυσώνονται πάνω στις βάσεις των ρολογιών ή σε αλάβαστρα, γίνονται σετ τζακιού μαζί με υδρίες, αντικείμενα πολυτελείας σε μεγάλα σαλόνια αλλά και δώρα για ακριβές υποχρεώσεις.

«Οικιακά μνημεία»

Σε αυτούς τους σιωπηλούς μάρτυρες μιας περιόδου της ελληνικής Ιστορίας είναι αφιερωμένο το λεύκωμα «Οι ώρες του Αγώνα. Τα Γαλλικά φιλελληνικά ρολόγια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ολκός». Η δίγλωσση έκδοση (και γαλλικά) για την οποία συνεργάστηκαν οι Στεφάν Αντλέρ, Πέτρος Βέργος, Γιώργος Τόλιας αποτελεί προοίμιο του εορτασμού τής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης και παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό τα γαλλικά φιλελληνικά ρολόγια. «Μικρά οικιακά μνημεία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων», όπως αναφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου ο ιστορικός Γ. Τόλιας, τα ρολόγια αυτά μαρτυρούν και τη γοητεία που άσκησε στη δυτική κοινή γνώμη η πρώτη εθνική επανάσταση στην Ευρώπη. Στο καλαίσθητο λεύκωμα παρουσιάζονται 147 από αυτά, μπρούντζινα και πορσελάνινα. Και έχει σημασία ότι, εκτός από τις ιστορίες που «αφηγούνται», συνοδεύονται από πλούσια τεκμηρίωση που αποκαλύπτει την πηγή έμπνευσης για την κατασκευή τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν χαρακτικά, πίνακες, διακοσμητικά βάζα, πορσελάνινα πιάτα.

Ενα μικρό δείγμα φιλελληνικών γαλλικών ρολογιών θα δει το κοινό στην έκθεση που ανοίγει στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη 1, την ημέρα της παρουσίασης της έκδοσης, στις 12 Νοεμβρίου, με περίπου 30 αντικείμενα.
Το κίνημα της επιστροφής στην αρχαιότητα στον χώρο των γραμμάτων, αλλά και η ελληνομανία στις διακοσμητικές τέχνες του τέλους του 18ου αιώνα, σημειώνουν ο Γιώργος Τόλιας και ο Στεφάν Αντλέρ, «είχαν επαναφέρει στο προσκήνιο την ελληνική αρχαιότητα. Παράλληλα, οι πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις στην καθ’ ημάς Ανατολή είχαν προετοιμάσει τα πνεύματα και είχαν προϊδεάσει τη μορφωμένη κοινή γνώμη για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ηδη, από τα τέλη του 18ου αιώνα, οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι με την Πύλη είχαν θέσει το ζήτημα του διαμελισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της αντικατάστασής της από νεωτερικά εθνικά κράτη. Το αίτημα της απελευθέρωσης της Ελλάδας διατυπώθηκε στη διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων, της εκστρατείας του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο και της προσάρτησης των Ιονίων Νήσων στη Γαλλική Δημοκρατία. Στα απομνημονεύματά του ο Ναπολέων εξέφρασε τη λύπη του που δεν υπήρξε ο απελευθερωτής της Ελλάδας, θεωρώντας ότι “λίγο χρειάστηκε για να φορέσει αυτό το ένδοξο στεφάνι”».

Ο φιλελληνικός κραδασμός επηρέασε τη ζωγραφική, το θέατρο, τη λογοτεχνία, τη διακόσμηση, την καθημερινότητα. Μια ολόκληρη γειτονιά του Παρισιού ονομάζεται «Νέαι Αθήναι». Στις δεκαετίες του 1820 και του 1830 οι τεχνίτες των γαλλικών επιτραπέζιων ρολογιών ακολουθούν. Εμπνέονται από τα γεγονότα που καταγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, «αλλά κυρίως από τα έργα εκείνων που διαμόρφωναν την κοινή γνώμη: τη μεγάλη ποίηση του Βύρωνα, του Ουγκώ και του Ντελαβίν, τη λογοτεχνία του Σατωβριάνδου και της Μαντάμ ντε Σταλ, τους πίνακες του Ντελακρουά ή του Ζιροντέ, τις ιστορίες του Πουκεβίλ, κυρίως όμως από τις λιθογραφίες του Ντιπρέ, του Λεμπλάν, του Κρατσάιζεν ή του Φρίντελ, που έφεραν στη Δύση ένα πλήθος “αυθεντικών” εικόνων από την επαναστατημένη Ελλάδα».

Οι δύο ενότητες

Μια πρώτη ενότητα έργων συγκροτούν αλληγορικά θέματα που αναφέρονται στην εθνική Επανάσταση των Ελλήνων και στη παλιγγενεσία. Η δεύτερη περιλαμβάνει έργα εμπνευσμένα από τους ήρωες και τα γεγονότα της Επανάστασης. Οι μορφές που βλέπουμε στις 312 σελίδες της έκδοσης είναι όμορφες, ρωμαλέες, λυγερές, ταιριαστές στους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Επαναστάτες που «διαπνέονται από ένα πνεύμα εξιδανικευμένου νεοκλασικισμού», ενώ σε κάποιες φιγούρες ξεχειλίζει ο ανατολίτικος εξωτισμός κυρίως στις ενδυμασίες. Οι Ελληνίδες εικονίζονται να ερωτοτροπούν, να αποχαιρετούν τους συντρόφους του, να πολεμούν οι ίδιες όπως η έφιππη Ελληνίδα ή οι Μεσολογγίτισσες. Κι όλα αυτά σε διαστάσεις 35-45 ή το πολύ 100 εκατοστών.

Το Παρίσι ήταν το αποκλειστικό κέντρο παραγωγής τους και ο ωρολογοποιός τότε ανέθετε ως υπεργολαβία ορισμένα κομμάτια του και συνεργαζόταν με διάφορους τεχνίτες, σχεδιαστές, γλύπτες, χαλκουργούς, επιχρυσωτές, μαρμαροτεχνίτες. Στο Παρίσι του 1827 τα χυτήρια για την κατασκευή και το σκάλισμα, το χρύσωμα και την επαργύρωση ανέρχονταν σε 105. Οι κυριότερες επιχειρήσεις απασχολούσαν 840 εργαζομένους «με μισθούς που συμποσούνται σε 1.209.600 φράγκα ετησίως, ενώ η αξία των πωλουμένων προϊόντων αντιπροσωπεύει το ποσό των 5.250.000 φράγκων».

Το σχέδιο του καλλιτέχνη μεταφερόταν σε γύψο, πηλό, κερί ή ξύλο και έπειτα αναλάμβανε ο τεχνίτης χαλκού. Οι εργασίες απαιτούσαν πολυάριθμο και εξειδικευμένο προσωπικό. «Συγκεκριμένα, ένα αντικείμενο είκοσι εκατοστών χρειάζεται εργασία τουλάχιστον ενός μηνός προκειμένου να τελειοποιηθεί. Εκτιμάται ότι τα 2/9 του κόστους ενός τελικού προϊόντος αφορούν το κόστος των υλικών και τα 7/9 την εργασία των τεχνιτών. Οι απογραφικοί κατάλογοι της εθνικής υπηρεσίας επιπλώσεων κρατικών κτιρίων (Mobilier National) μας αποκαλύπτουν ότι ένα ωραίο επιτραπέζιο ρολόι μπορεί να κοστίζει από 800 έως και περισσότερα από 2.000 φράγκα. Πολύτιμα αντικείμενα, τα επίχρυσα επιτραπέζια ρολόγια προστατεύονται συχνά μέσα σε γυάλες από φυσητό γυαλί, που τοποθετούνται πάνω σε βάσεις από πολύτιμο ξύλο», σημειώνει ο Στεφάν Αντλέρ.

​​«Οι ώρες του Αγώνα. Τα Γαλλικά φιλελληνικά ρολόγια» (εκδ. Ολκός) παρουσιάζονται στις 12 του μηνός, 7 μ.μ. στο Μουσείο Μπενάκη, με ομιλητές τους: Γ. Μαγγίνη, Στεφάν Αντλέρ, Πέτρο Βέργο, Γιώργο Τόλια και συντονίστρια την Ειρήνη Λούβρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ