Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Από την ισορροπία προς τη διάλυση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πρόκληση της σοσιαλδημοκρατίας όπως εξελίχθηκε στην Ευρώπη είναι να πετύχει η εξισορρόπηση μεταξύ της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας εύρωστης οικονομίας που μπορεί να εξασφαλίσει την ισότητα και την ευημερία. Η τραγωδία της σοσιαλδημοκρατίας είναι ότι και, όταν πετύχει, μόλις η μία ή η άλλη πλευρά ενισχυθεί σε βαθμό που η ισορροπία διαταραχθεί, οι απώλειες που η κάθε πλευρά μετράει υπονομεύουν ολόκληρο το σύστημα και τροφοδοτούν ολοένα πιο ακραίες εκφράσεις πολιτικής δυσαρέσκειας. Οσο κατακερματίζεται το Κέντρο, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να επανέλθει. Οταν αυτοί που θέλουν περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη βρίσκονται στα μαχαίρια με αυτούς που θέλουν λιγότερη (π.χ. όταν τη θέλουν για εαυτούς και όχι για άλλους), όταν αυτοί που θέτουν οικονομικούς στόχους πάνω από αυτούς που αντέχει το κοινωνικό συμβόλαιο, χάνεται το κοινό έδαφος που αποτελεί το Κέντρο. Τότε, η «συνεννόηση» γίνεται εντός κάθε μαχόμενης ομάδας, όχι μεταξύ των ομάδων. Οταν στόχος δεν είναι πια η σύνεση και η εξεύρεση λύσεων, αλλά η επικράτηση εντός μιας ολοένα μικρότερης (αλλά «καθαρής») ομάδας, οι ευκαιριακές συμμαχίες που θα προκύψουν θα έχουν ως βάση την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων ή ιδεοληψιών και όχι την εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων δυνάμεων.

Στη δίνη της Ευρώπης σήμερα, σε χώρες και μεταξύ χωρών, βλέπουμε την τάση της μεγάλης ομάδας να διαιρείται συνεχώς σε μικρότερες και πιο «εγωιστικές» που διεκδικούν οφέλη εις βάρος του συνόλου. Οταν αυτό συμβαίνει και σε χώρες όπου η οικονομία δεν αποτελεί ζήτημα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αγγίζει ζητήματα ταυτότητας και την αίσθηση προσωπικής ασφάλειας. Στην Ελλάδα ζούμε τη μεγάλη κρίση· καλούμαστε να αναμετρηθούμε με τις αποτυχίες του παρελθόντος και να διαχειριστούμε τις συνέπειες της απότομης πτώσης του εισοδήματος και του επιπέδου ζωής μας. Σε αυτές τις συνθήκες είναι εύκολο να κατανοήσουμε ότι το Κέντρο κατακερματίστηκε από το γεγονός ότι τα δύο κόμματα που αθροιστικά κέρδιζαν 80% σε εκλογές έφεραν τη χώρα σε αυτό το χάλι. Επίσης, η ανατροπή στη ζωή των ανθρώπων μπορεί να τους ωθήσει είτε στην απελπισία, είτε στην προσπάθεια να διασώσουν ό,τι μπορούν (ψηφίζοντας αυτούς που τους το υπόσχονται, ψευδώς ενίοτε), είτε στο να θέλουν να «εκδικηθούν» το σύστημα. Θέλει, όμως, περισσότερη διερεύνηση γιατί κάποιος που ψήφιζε ΠΑΣΟΚ –όταν το κόμμα αυτό του εξασφάλιζε παροχές, προοπτικές και ισχυρή αίσθηση του ανήκειν– πάει στον ΣΥΡΙΖΑ, στη Νέα Δημοκρατία, στο ΚΚΕ, στο Ποτάμι ή στη Χρυσή Αυγή. Εκεί φαίνεται πόσο διαφορετικά αντιδρά ο καθένας και πόση σημασία έχει το σημείο εκκίνησης (δηλαδή, ποιος είναι και τι ζητούσε από το ΠΑΣΟΚ) και τι θέλει. Προφανώς, σήμερα όλοι θέλουμε κοινωνική δικαιοσύνη και έχουμε εξοργιστεί με την ατελείωτη λιτότητα. Θα πάρει χρόνια να επιτευχθεί ισορροπία, με τη δημιουργία μιας οικονομίας που θα στηρίξει τη δικαιοσύνη και μιας δικαιοσύνης που θα προσφέρει ευκαιρίες για ανάπτυξη.

Τι γίνεται εκεί όπου υπήρχε τέτοια ισορροπία; Στη Γερμανία, η οικονομία από μόνη της δεν ευθύνεται για τη φθορά της συντηρητικής Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), που απαρτίζουν τον μεγάλο συνασπισμό της Αγκελα Μέρκελ. Η ανάπτυξη, τα μεγάλα πλεονάσματα, η χαμηλή ανεργία θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη φθορά του Κέντρου που βλέπουμε αλλού. Κι όμως, η κ. Μέρκελ, κυρίως λόγω της πολιτικής της στο μεταναστευτικό ζήτημα, χάνει ψήφους προς τα δεξιά του CDU, ενώ το SPD κατηγορείται ότι δεν προστατεύει επαρκώς τα δικαιώματα των εργαζομένων. Και τα δύο κόμματα κατηγορούνται ότι έχουν χάσει την ταυτότητά τους, ότι δεν απαντούν στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής.

Η κεντροδεξιά-κεντροαριστερή συμμαχία είχε στόχο να διατηρήσει το γερμανικό μοντέλο της ισορροπίας μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και ισχυρής οικονομίας. Η επιτυχία του βασιζόταν στη συνεννόηση, όχι μόνο μεταξύ κομμάτων αλλά και μεταξύ των κοινωνικών εταίρων – και στο γεγονός ότι το CDU υποστήριξε πολιτικές των Σοσιαλδημοκρατών ενώ το SPD, από την εποχή του Γκέρχαρντ Σρέντερ, υιοθέτησε («αντιλαϊκά» θα τα λέγαμε στην Ελλάδα) μέτρα που ενίσχυσαν την παραγωγικότητα και στήριξαν την ισορροπία.

Παρότι η ευρωπαϊκή κρίση ωφέλησε τη Γερμανία, τα κόμματα της κυβέρνησης της κ. Μέρκελ πληρώνουν το τίμημα ότι πολλοί ψηφοφόροι ζητούν κάτι παραπάνω. Προφανώς όλοι θέλουν τη συνέχιση των καλών της σοσιαλδημοκρατίας, όπως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και κοινωνική ασφάλιση για όλους, εύκολη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, επιδόματα ανεργίας κ.ά. Πιθανώς, όμως, όσοι στρέφονται προς τους Πράσινους και προς μικρότερα κόμματα της Αριστεράς αναζητούν πιο δυναμική προστασία του περιβάλλοντος και των εργαζομένων, ενώ αυτοί που στρέφονται προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) γοητεύονται από τα κηρύγματα εναντίον των μεταναστών και αντιτίθενται στην πολιτική στήριξης της Ελλάδας – ζήτημα το οποίο ήταν αφορμή για την ίδρυση και την ενίσχυση του κόμματος. Αυτό που τροφοδοτεί και τις δύο πλευρές εις βάρος του Κέντρου είναι η δυσκαμψία τους. Η δύναμή τους είναι ότι απορρίπτουν τους συμβιβασμούς. Η κ. Μέρκελ, μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες, πέτυχε όσα πέτυχε ως καγκελάριος τα τελευταία 13 χρόνια μέσω συμβιβασμών και σύνεσης, μεταμορφώνοντας την πολιτική της με βάση τις απαιτήσεις των καιρών. Σήμερα κερδίζουν επιρροή –και εκλογές– αυτοί που απαιτούν από τους καιρούς να συμβαδίσουν με την πολιτική τους. Το αποτέλεσμα, προβλέψιμο και αναπόφευκτο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ