Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Τάσος Πετρόπουλος: Φούσκες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν έχει κανείς την υπομονή να ακούσει αυτά που (δεν) λέει ο Τάσος Πετρόπουλος καταλαβαίνει. Από τις δαγκωμένες εξηγήσεις του εξωκοινοβουλευτικού υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης για τα αναδρομικά, καταλαβαίνει κανείς πώς η κυβέρνηση σκοπεύει να διαχειριστεί το πρόβλημα: Κυρίως παρελκυστικά, με σκοπό να αποφύγει τις αφόρητες δημοσιονομικές του επιπτώσεις.

Η αγωνία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όπως την άφησε να φανεί ο Πετρόπουλος, είναι να μη συσχετιστούν τα αναδρομικά με την άρση των περικοπών στις συντάξεις. Αν «βρωμίσει» ότι τα Ταμεία πρέπει να καταβάλουν 10 δισ. για αναδρομικά –αν η βρώμα φτάσει στις Βρυξέλλες–, τότε κλονίζεται και ο ισχυρισμός ότι το προψηφισμένο μέτρο «δεν είναι δημοσιονομικώς απαραίτητο». Απειλείται δηλαδή ένα από τα πιο κεντρικά –μαζί με τις χειροπέδες– προεκλογικά στοιχήματα της κυβέρνησης.

Γι’ αυτό τον λόγο φαίνεται ότι ο ΕΦΚΑ δίνει στους συνταξιούχους τη δυνατότητα να υποβάλουν ηλεκτρονική αίτηση για τα ποσά που το Ταμείο δεν πρόκειται να τους δώσει, χωρίς να έχουν δικαιωθεί από τα δικαστήρια.
Η αίτηση, έλεγε χθες ο Πετρόπουλος, διακόπτει την παραγραφή. Το μήνυμα είναι «έχετε χρόνο, μη βιαστείτε».

Η προεκλογική προβληματική συγκαλύπτει το μόνο ερώτημα που έχει σημασία – το απαγορευμένο ερώτημα: Πρέπει όντως να καταβληθούν αυτά τα ποσά; Αντέχει να ικανοποιήσει αυτές τις απαιτήσεις μια οικονομία εκτός αγορών, με αναιμική ανάπτυξη και ήδη εξαντλημένο από εισφορές τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό; Το ενδιαφέρον είναι ότι η κυβέρνηση απαντά σαν αντιπολίτευση και η αντιπολίτευση σαν κυβέρνηση. Ο Πετρόπουλος υπεκφεύγει, ενώ ο Βρούτσης της Ν.Δ. ζητούσε χθες ρητά να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι δημοσιονομικές δυνατότητες.

Οι απαιτήσεις, βέβαια, δεν φύτρωσαν. Τις φύτεψαν τα δικαστήρια. Το ακόμη πιο απαγορευμένο ερώτημα είναι αν τα δικαστήρια μπορούν να εκδίδουν αποφάσεις που απειλούν τη δημοσιονομική σταθερότητα και, εν τέλει, την ίδια τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος· αν μπορούν να θέτουν υπό τη δικαιοδοσία τους την οικονομική πολιτική. Η επίμαχη απόφαση (2287/2015 του ΣτΕ) περιλαμβάνει όλη την γκάμα των απαντήσεων. Από αυτό τον εσωτερικό πλουραλισμό μπορεί κανείς να συμπεράνει πως αυτό που αποκαλείται «κοινωνικό κεκτημένο» επαφίεται κυρίως στη δικανική επινοητικότητα.

Ηδη πριν από την κρίση, είχε επωαστεί η κουλτούρα ότι όλα τα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι γραμμένα στην πέτρα του Συντάγματος. Στη συντήρηση αυτής της πολιτικής κουλτούρας ο δικαστικός ακτιβισμός βοηθήθηκε από το μιντιακό σύμπαν της πρωινής ζώνης – από πολιτικούς με συνδικαλιστικό ρεπερτόριο, «βιομηχάνους» του εργατικού δικαίου, αστέρες του λαϊκιστικού μελό. Ετσι διαπλάστηκε μια φαντασιακή κατασκευή, που εννοούσε να καθυποτάξει την πραγματικότητα της χρεοκοπίας με νομικά πλάσματα. Με μια παρασυνταγματική φούσκα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ