Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ντόναλντ Τραμπ: Δαίμονες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν ήθελε κάποιος να συνοψίσει την Αμερική, θα μπορούσε να διαλέξει δύο εικόνες από την επομένη των ενδιάμεσων εκλογών. Την ομιλία με την οποία ο Beto O’ Rourke, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, που δεν κατάφερε να κάνει την έκπληξη στο Τέξας, αναγνώρισε την ήττα του. Και την πρώτη μετεκλογική συνέντευξη Τύπου του Τραμπ, την οποία ο πρόεδρος μετέτρεψε σε παράσταση εκφοβισμού των αντιπάλων του και των δημοσιογράφων.

Στο ακροατήριο των ηττημένων, αλλά καθόλου πτοημένων, οπαδών του, ο Beto μιλάει χωρίς φρένο. Από στήθους και απαλά στηθοκοπούμενος, εξαπολύει ένα χείμαρρο όχι μόνο για να τους εμψυχώσει, αλλά και για να τους συμφιλιώσει με τον νικητή, με τον οποίο μόλις είχαν δώσει λυσσαλέα πολιτική μάχη. «Θα συνεργαστώ μαζί του», «θα συνεργαστώ με οποιονδήποτε, οπουδήποτε», λέει στο πλήθος. «Δεν είμαστε “αντί-”. Δεν θα αφήσουμε αυτό που αντιπολιτευόμαστε ή αυτό που φοβόμαστε να μας ορίσει. Μας ορίζουν οι προσδοκίες μας – αυτά που θέλουμε να επιτύχουμε». Το να δοκιμάσει κανείς να αντιπαραθέσει αυτή τη ρητορική στη γλώσσα του Αμερικανού προέδρου θα έμοιαζε σαν να συρρικνώνει την πολιτική σε ρηχή ηθογραφία: Από τη μία ο καλός, ο συμπονετικός και ενωτικός Beto. Από την άλλη ο κακός, ο εγωπαθής και θυμοκάπηλος Τραμπ.

Αυτές οι δύο γλώσσες φωτίζουν, από δύο αντίθετες οπτικές γωνίες, την ίδια συνθήκη: Η λειτουργία της δημοκρατίας επαφίεται, εν τέλει, στον μεταβολισμό των συναισθημάτων. Η φιλελεύθερη σκέψη είχε επαναπαυτεί στη βεβαιότητα ότι οι καλοσχεδιασμένοι και ισορροπημένοι θεσμοί αρκούν για να φιλτράρουν τις μαζικές παρορμήσεις – αρκούν τάχα για να εξασφαλίσουν, λίγο ή πολύ, ορθολογική διακυβέρνηση. Η πρόσφατη μοίρα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δείχνει ότι, για να λειτουργήσουν οι θεσμοί, προϋποθέτουν τη διαμόρφωση μιας ψυχικής πραγματικότητας. Προϋποθέτουν την επιστράτευση εκείνων των δυνάμεων που ο Λίνκολν είχε ονομάσει «οι αγαθοί δαίμονες της φύσης μας».

Αν ο Beto έχει αυτό που λέμε «ενσυναίσθηση» –έχει την ικανότητα να συνδέεται ψυχικά με το ακροατήριό του και να το κατευθύνει πολιτικά– γιατί δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι και ο Τραμπ διαθέτει το ίδιο χάρισμα, στην ανάποδη εκδοχή του; Διαθέτει μια «μαύρη» ενσυναίσθηση, που του επιτρέπει –ενστικτωδώς ή προμελετημένα, αδιάφορο– να αρδεύει τη χολή: Το μίσος, τον φόβο, την επιθυμία για ισχύ και επιβολή – το κοίτασμα «μαύρου» συναισθήματος που υπάρχει πάντα στο ψυχικό υπέδαφος των κοινωνιών.

Oντως, αυτή η περιγραφή ακούγεται ηθικολογική. Υπάρχουν όμως, πια, πολιτικές συμπεριφορές που δεν μπορεί κανείς να τις εξηγήσει μόνο «πολιτικά» – με τους παλιούς ορισμούς. Η γοητεία της ωμότητας δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή. Ούτε μπορεί να αποδοθεί μόνο στην κρίση ή σε κάποια κακοτεχνία των θεσμών. Ακόμη και το τελειότερο σύνταγμα δεν θα μπορούσε να μας προστατεύσει από τον τραμπισμό. Ούτε από τον πολακισμό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ