ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση επενδύσεων για να βγει το πακέτο ΔΕΘ

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

Στο Eurogroup της περασμένης Δευτέρας, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο πρόεδρος του Eurogroup Mάριο Σεντένο συζήτησαν, σύμφωνα με πληροφορίες, τις προοπτικές συμφωνίας στον προϋπολογισμό του 2019, ενόψει των πιθανών γερμανικών επιφυλάξεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με «μαχαίρι» στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) εξετάζει η κυβέρνηση, σύμφωνα με πηγές της, να κλείσει το κενό που εξακολουθεί να χωρίζει τους υπολογισμούς της από αυτούς της Κομισιόν για την επίτευξη του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ στον προϋπολογισμό του 2019, χωρίς να μειωθούν οι συντάξεις.

Παρότι οι δύο πλευρές έχουν έρθει κοντά στις εκτιμήσεις τους, παραμένει –σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές– μια διαφορά 280 εκατ. ευρώ. Για την κάλυψή της, η κυβέρνηση εξετάζει εναλλακτικά την περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, μόνιμου θύματος των υπερπλεονασμάτων τα τελευταία χρόνια, ή την περικοπή της λεγόμενης «θετικής» προσωπικής διαφοράς των συντάξεων, δηλαδή των αυξήσεων που θα πρέπει να πάρουν 250.000 συνταξιούχοι με βάση τον επανυπολογισμό που προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου.

Καμία λύση δεν είναι ευπρόσδεκτη, φυσικά.

Η θυσία των επενδύσεων θα θέσει σε κίνδυνο την, ούτως ή άλλως, ασθενική ανάπτυξη, την οποία οι αγορές έχουν καταστήσει σαφές ότι θεωρούν «κλειδί» για την επιστροφή της χώρας σε αυτές. Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος έχει εκφράσει, σύμφωνα με πληροφορίες, την αντίθεσή του στη συγκεκριμένη εναλλακτική. Για τις συντάξεις, αντίθετη είναι για ευνόητους λόγους η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου.

Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να διασωθούν όχι μόνον οι συντάξεις, αλλά να υπάρξει επαρκής «δημοσιονομικός χώρος», όπως λέγεται και για το πακέτο των πρόσθετων δημοσιονομικών παρεμβάσεων που περιλαμβάνει το σχέδιο Β του προσχεδίου προϋπολογισμού. Μάλιστα, ενώ οι παρεμβάσεις αυτές (κυρίως μείωση ΕΝΦΙΑ, μείωση ασφαλιστικών εισφορών και επιδότηση ενοικίου) προϋπολογίζονται σε 766 εκατ. ευρώ, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξή του την Πέμπτη στον Alpha ανέβασε το ποσό του πακέτου στα 900 εκατ. ευρώ.

Στο ίδιο πνεύμα, πηγή του οικονομικού επιτελείου μιλώντας στην «Κ» προέβλεπε ότι «το συνολικό πακέτο για το 2019 θα είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι στο προσχέδιο», αν και σημείωνε ότι η ακριβής σύνθεσή του θα είναι διαφορετική και δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη.

Η αλλαγή της σύνθεσης του πακέτου οφείλεται, σύμφωνα με κυβερνητική πηγή, στην παρέμβαση της Κομισιόν, η οποία –μεταξύ άλλων– ζήτησε το κονδύλι για το επίδομα ενοικίου να αυξηθεί από τα 150 εκατ. ευρώ του προσχεδίου στα 400 εκατ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε προϋπολογισμό 600 εκατ. ευρώ για το συγκεκριμένο επίδομα και στη συνέχεια –στο προσχέδιο του προϋπολογισμού– προσγειώθηκε στα 150 εκατ. ευρώ, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος για τις συντάξεις. Για την Κομισιόν, προφανώς, το ποσό αυτό είναι πολύ μικρό και καθιστά το μέτρο άνευ νοήματος.

Ετσι, λοιπόν, περικοπές στις προβλεπόμενες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ή και σε άλλες δαπάνες του προϋπολογισμού γίνεται αναπόφευκτη. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η σκέψη για νέα περικοπή του ΠΔΕ ή/και της «θετικής» προσωπικής διαφοράς των συντάξεων.

Η συναίνεση της Γερμανίας δεν είναι δεδομένη

Τα «μαθηματικά» του προϋπολογισμού του 2019, τα οποία διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με την Κομισιόν, είναι η μία όψη του προβλήματος για να περισωθούν οι συντάξεις. Η άλλη –ίσως πιο δύσκολη και σίγουρα καθοριστική για την έκβαση της διαπραγμάτευσης– είναι η πολιτική και σχετίζεται κυρίως με τη στάση που θα τηρήσει η Γερμανία στο ελληνικό αίτημα.

Οπως μεταφέρει στην «Κ» ευρωπαϊκή πηγή, η συναίνεση της Γερμανίας κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι μέχρι στιγμής. Επομένως, ακόμη κι αν συγκλίνουν οι εκτιμήσεις Κομισιόν και κυβέρνησης για τον διαθέσιμο «δημοσιονομικό χώρο», δεν μπορεί προς το παρόν να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ενστάσεων εκ μέρους της Γερμανίας και των χωρών που συνήθως κινούνται στην ίδια γραμμή με αυτήν.

«Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να εγκαταλείψει εντελώς το μέτρο της μείωσης των συντάξεων και να μην εγείρει αντιρρήσεις στη γερμανική πλευρά», επισημαίνει η πηγή. «Σε τελική ανάλυση, η απόφαση θα είναι πολιτική».

Εξ αρχής, όσοι διατύπωναν ενστάσεις στη μη περικοπή των συντάξεων υποστήριζαν ότι θα σταλεί το μήνυμα πως η Ελλάδα «ξηλώνει» τις μεταρρυθμίσεις και θα κλείσει έτσι ο δρόμος της επιστροφής της στις αγορές. Η Γερμανία και οι βουλευτές της δεν θέλουν με τίποτα να επανέλθει θέμα νέου δανείου της Ελλάδας και για αυτό είναι εξαιρετικά αυστηροί στην τήρηση των δεσμεύσεων.

Από τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν, εξάλλου, προέκυψε μία ακόμη πηγή ανησυχίας της ίδιας της Επιτροπής, που είναι η αύξηση των δαπανών μισθοδοσίας του Δημοσίου ενόψει εκλογών. Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα το ίδιο βράδυ για 34.500 προσλήψεις τη διετία 2019-2020 «χτύπησαν συναγερμό» στα ευρωπαϊκά όργανα, που πλέον είναι αποφασισμένα να λάβουν έξτρα μέτρα ασφαλείας για την Ελλάδα.

Τις προοπτικές συμφωνίας στον προϋπολογισμό του 2019, ενόψει των πιθανών γερμανικών επιφυλάξεων, συζήτησαν, σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη συνάντησή τους στο περιθώριο του Eurogroup την περασμένη Δευτέρα ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο πρόεδρος του Eurogroup Mάριο Σεντένο.

Το ζητούμενο, όπως διαμήνυσε εν συντομία, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πορτογάλος υπουργός, είναι να διαμορφωθεί ένας προϋπολογισμός απολύτως αξιόπιστος, ώστε να μη δοθεί λαβή για αμφισβητήσεις εκ μέρους του Eurogroup. To πώς θα γίνει αυτό και αν το αποτέλεσμα θα είναι θετικό μένει να φανεί, αλλά σίγουρα οι ανησυχίες κυρίως γύρω από τη στάση της Γερμανίας δεν έχουν εκλείψει ακόμη. Σενάρια για μερική περικοπή ή προσωρινή αναστολή της περικοπής των συντάξεων έχουν πέσει στο τραπέζι. Ωστόσο, πηγή του οικονομικού επιτελείου εκτιμούσε ότι το μέτρο θα καταργηθεί. Επίσης, προς το παρόν δεν αγγίζεται το θέμα της μείωσης του αφορολόγητου το 2020.

Το θέμα αναμένεται να συζητηθεί στο Euroworking Group την ερχόμενη Πέμπτη 15 Νοεμβρίου και στη συνέχεια στο έκτακτο Eurogroup στις 19 Νοεμβρίου, καθώς η κυβέρνηση θα καταθέσει τον προϋπολογισμό στη Βουλή δύο ημέρες μετά, στις 21 Νοεμβρίου.

Το σίγουρο είναι, όπως διαμηνύει η ίδια ευρωπαϊκή πηγή, ότι η Ευρώπη συνολικά δεν θέλει πλέον άλλες δύσκολες συζητήσεις για την Ελλάδα, ενόψει των εκλογών στα ευρωπαϊκά όργανα και λόγω του ιταλικού προβλήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ