ΒΙΒΛΙΟ

Πριν το καταλάβω, έχω αποστηθίσει

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΟΛΓΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
Μεταμορφώ[θ]εις
[ποιήματα]
εκδ. Πατάκη, σελ. 137

​​Ολγα Παπακώστα επιβεβαιώνει με τη δεύτερη συλλογή της όσα έδειξε ήδη στην πρώτη («όχι ακόμη Κάρμεν», 2012): είναι σαφώς αναγνωρίσιμη για το ιδιαίτερο ύφος και τον τόνο, με πνευματική ωριμότητα, καυστικό χιούμορ και στιχουργική χάρη. Και με κάτι ακόμη: μιαν έκδηλη θηλυκή διάσταση («θηλυκότητα» θα ήταν η σωστή λέξη αλλά έχει δυστυχώς επιβαρυνθεί), ιδιότητα που παρατηρούμε ευχάριστα και στην ποίηση άλλων σύγχρονων ποιητριών (σκέφτομαι κυρίως τη Φοίβη Γιαννίση), αλλά τείνουμε να την αντικαταστήσουμε μιλώντας κριτικά γι’ αυτήν, με την κάπως ξύλινη και ακατανόητη για τον μέσο νου «έμφυλη διάσταση».

Μολονότι ο αριθμός των ποιημάτων και στα δύο βιβλία είναι αρκετά μεγάλος (76 ποιήματα στην υπό συζήτηση συλλογή, 83 στην «Κάρμεν») και θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να προτείνει ένα αυστηρότερο ξεσκαρτάρισμα, μπορεί άφοβα να προταθεί η ανάγνωση της Παπακώστα και στον εντελώς αμύητο στα ποιητικά, χωρίς τον φόβο εκπτώσεων και ευκολιών.

Το νήμα που διέπει τη δεύτερη συλλογή της μας το προσφέρει με τα δύο «μότο» που προτάσσει, από το έργο των Tιμ Ετσελς και Οδυσσέα Ελύτη. Το συντομότερο, το ελυτικό, μπορούμε εδώ να το μνημονεύσουμε ακέραιο: «Ωστε έτσι λοιπόν! Αυτά που φανταστήκαμε υπήρξαν». («Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», 1980). Για την Παπακώστα είναι, κατά συνέπεια, σημαντικό να δείξει πως δεν υπάρχει σύνορο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία, ανάμεσα στο γεγονός και στη σκέψη. Η ποίηση είναι ένα άυλο παιχνίδι του μυαλού που, μέσω του ρυθμικού, καλλιτεχνικά διαμορφωμένου λόγου, παίρνει σάρκα και οστά. Δοκιμάζει, κατόπιν, (η ποίηση) το μαγικό ραβδί της πάνω στην πραγματικότητα. Αν μπορεί λιγάκι να την επηρεάσει, τότε είναι έγκυρη, υπάρχει. Αν δεν μπορεί;

Το ερώτημα παραπέμπει στην απειλή ενός πέλεκυ που επικρέμαται στο γνωστό, με άλλα λόγια, μοτίβο των παραμυθιών: ή κερδίζεις την πριγκίπισσα/τον πρίγκιπα, ή πεθαίνεις. Τρίτη λύση δεν προβλέπεται. Φυσικά, η Παπακώστα αναλαμβάνει το ρίσκο επειδή πιστεύει, και ορθά, ότι μπορεί να το κερδίσει. Διότι δύσκολα θα βρεθεί αναγνώστης που δεν θα απολαύσει το στακάτο, θεατρικού στυλ, ντουέτο με τίτλο «Meeting Place», όπου το από καιρό χωρισμένο ζευγάρι συναντιέται και συζητεί την πιθανότητα να διορθώσει, εκ των υστέρων, τον ατυχή μεταξύ τους αποχαιρετισμό, όπως διορθώνει κανείς ένα κείμενο. Εδώ, όπως στα περισσότερα ποιήματά της, η Παπακώστα χρησιμοποιεί με ένταση τη στίξη και τον διασκελισμό για να σχηματιστούν, ακόμη και στη σιωπή της κατά μόνας ανάγνωσης, ολοκάθαρα οι φωνές και οι τόνοι των ποιητικών υποκειμένων.

Καθώς η ποιήτρια συμμετέχει συχνά σε δημόσιες αναγνώσεις, «επιτελεστικές» και μη, η γράφουσα έχει εμπειρία της φωνής και του τρόπου της καθώς διαβάζει ή και «επιτελεί» δημόσια τα ποιήματά της. Ακούω, λοιπόν, τον ελαφρά περιπαιχτικό τόνο στ’ αυτιά μου διαβάζοντας και, πριν το καταλάβω, έχω ήδη αποστηθίσει το τρίστιχο «Παραμύθι χωρίς όνομα»:

«Ω, πώς την έφθειρε την Πηνελόπη/ Ο έρως ο τα μέλη λύων/ Οταν την εγκατέλειψε ο Ιων».

Η Σαπφώ επιστρατεύεται για να εκφράσει τη δύναμη του ερωτικού πάθους με έμφαση, μάλιστα, στη σαρκική του διάσταση, καθιστώντας τραγικότερη τη μοίρα της γυναίκας που την αρνείται, της Πηνελόπης Δέλτα.

Η γοητεία της τρίτης γυναίκας, της Παπακώστα, έγκειται στο ότι η ατμόσφαιρα του ποιήματος πάλλεται αμφίσημη, ανάμεσα στη μελαγχολία και στην ειρωνεία. Και τα δύο μαζί, και πάμε παρακάτω, μοιάζει να λέει και το ίδιο συμβαίνει στην εκτενή σύνθεσή της με τίτλο «Τοίχος», όπου αναμετριέται με τη διάσημη σύγχρονη ποιήτρια Αν Κάρσον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ