REAL ESTATE

Η Αθήνα ξανά στον χάρτη των ξένων επενδυτών

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε τροχιά ανάκαμψης, μετά τέσσερα χρόνια, βρίσκονται οι επενδυτικές προοπτικές της αγοράς ακινήτων της Αθήνας για το 2019. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έρευνα της PriceWaterHouseCoopers, για λογαριασμό του Urban Land Institute, η ελληνική πρωτεύουσα αναρριχάται 15 θέσεις στην πανευρωπαϊκή κατάταξη και πλέον αποτελεί την 14η πιο ελκυστική πόλη για επενδύσεις σε ακίνητα, σύμφωνα με τις απόψεις των επαγγελματιών του κλάδου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Υπενθυμίζεται ότι η κατάταξη προκύπτει ως αποτέλεσμα της βαθμολογίας που δίνουν δεκάδες επενδυτικά funds και θεσμικοί επενδυτές για κάθε πόλη, ως προς το σκέλος των προοπτικών επένδυσης και ανάπτυξης νέων ακινήτων για τον επόμενο χρόνο, στην προκειμένη περίπτωση για το 2019.

Πρόκειται για την καλύτερη θέση που εξασφαλίζει η ελληνική πρωτεύουσα μετά την 5η θέση στην αντίστοιχη έρευνα για το 2015, όταν η Αθήνα είχε βρεθεί στην πέμπτη θέση. Από τότε και μέχρι και την περυσινή έρευνα, η Αθήνα παρέμενε σταθερά σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις. Για παράδειγμα, στην αντίστοιχη έρευνα του 2017 (που αφορούσε τις προοπτικές για το 2018), είχε βρεθεί στην 29η θέση επί συνόλου 31 πόλεων, πάνω μόνο από τη Μόσχα και την Κωνσταντινούπολη.

Στη φετινή έκθεση επισημαίνεται ότι η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από τα μνημόνια και η πιθανή επιστροφή στις αγορές, αποτέλεσαν μια θετική εξέλιξη, που θα ευνοήσει σταδιακά και την αγορά ακινήτων, αρκεί βέβαια να συνδυαστεί με την επιτάχυνση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με έναν από τους επενδυτές που ανέλυσαν την εγχώρια αγορά, «η Ελλάδα είναι μια αναδυόμενη αγορά με ένα σκληρό νόμισμα. Εχει περάσει μια δύσκολη περίοδο κι έχει πολύ απόσταση να καλύψει. Υπό μία έννοια, το σκληρό νόμισμα είναι ένα πλεονέκτημα, γιατί παρέχει κάποια σταθερότητα και εμπιστοσύνη στους επενδυτές. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν επιτρέπει στην οικονομία να βρει τη νέα της ισορροπία».

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι επενδυτές εμφανίζονται αισιόδοξοι για την αγορά γραφείων, η οποία εκτιμάται ότι προσφέρει τις μεγαλύτερες προοπτικές μελλοντικών υπεραξιών και αύξησης των τιμών ενοικίων. Μάλιστα, αρκετοί σημειώνουν ότι οι ευκαιρίες αφορούν κυρίως τον κλάδο της ανάπτυξης νέων γραφείων, γιατί υπάρχει μεγάλη έλλειψη σύγχρονων χώρων, δεδομένου ότι τα τελευταία 8-9 χρόνια η προσφορά ήταν μηδαμινή. Ετσι, ακόμα και μια μικρή άνοδος της ζήτησης, είναι ικανή να προκαλέσει σημαντική αύξηση των ενοικίων, κάτι που ήδη έχει αρχίσει να καταγράφεται στην αγορά. Εκτός από τα γραφεία, θετικοί εμφανίζονται οι επενδυτές και αναφορικά με τα εμπορικά κέντρα, μια κατηγορία ακινήτων που έχει κατορθώσει να ξεπεράσει την κρίση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, ιδίως σε σύγκριση με τα εμπορικά καταστήματα που βρίσκονται σε δευτερεύοντες εμπορικές οδούς. Σύμφωνα με έναν ξένο επενδυτή, «ασχολούμαστε ακόμα με την ανάπτυξη νέων εμπορικών κέντρων και επεκτάσεων σε ορισμένες αγορές, όπως εκείνη της Αθήνας». Ωστόσο, άλλοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, σημειώνοντας ότι το μακροοικονομικό και πολιτικό ρίσκο και η σχετική αβεβαιότητα στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη είναι αποτρεπτικοί παράγοντες για την πραγματοποίηση επενδύσεων στις πόλεις αυτές.

Νέα άνοδο των τιμών στα ακίνητα αναμένει η Alpha Bank

Σύμφωνα με το χθεσινό εβδομαδιαίο δελτίο της Alpha Bank, η τράπεζα αναμένει περαιτέρω άνοδο των τιμών των ακινήτων, συνδέοντας την ανάκαμψη αυτή, με τις εκτιμήσεις για αντίστοιχη άνοδο της οικονομικής ανάπτυξης. Οι αναλυτές της τράπεζας σημειώνουν ότι κατά το φετινό εννεάμηνο, οι αξίες των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 1,3% σε ετήσια βάση, για πρώτη φορά μετά μία δεκαετία, ενώ παράλληλα, ανοδικά κινείται πλέον και ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας.

Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή, πέραν της ανάκαμψης της ίδιας της οικονομίας, έχει διαδραματίσει ο τομέας των βραχυχρόνιων μισθώσεων και το πρόγραμμα χορήγησης αδειών παραμονής σε πολίτες εκτός Ε.Ε., με την προϋπόθεση της επένδυσης σε ακίνητα αξίας τουλάχιστον 250.000 ευρώ. Οι δύο αυτοί παράγοντες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη ζήτηση ακινήτων από το εξωτερικό. «H εισροή κεφαλαίων για αγορά ακινήτων από το εξωτερικό καταγράφει έντονα αυξητικούς ρυθμούς από το 2016. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2018 η εισροή κεφαλαίων αυξήθηκε κατά 170,8% σε ετήσια βάση», σημειώνουν οι αναλυτές.

Μάλιστα, η αύξηση αυτή κινείται παράλληλα με τη σημαντική ενίσχυση της δραστηριότητος της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων μέσω ψηφιακών πλατφορμών, όπως για παράδειγμα οι Airbnb, Tripadvisor, Booking.com. Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της βραχυχρόνιας μισθώσεως ακινήτων μέσω της δικτύωσης σε ψηφιακές αγορές (marketplaces) έχει διευρυνθεί, με αποτέλεσμα μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2018 να καταγράφονται πάνω από 126.000 καταλύματα βραχυχρόνιας μισθώσεως, σε σχέση με σχεδόν μηδενικό αριθμό καταλυμάτων το 2010, όταν άρχισε να αναπτύσσεται αυτή η δραστηριότητα.

Σημειώνεται, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσεως, οι τιμές των κατοικιών υποχώρησαν κατά περίπου 40% σωρευτικά στην περίοδο 2009-2017 (σε ονομαστικούς όρους), τη στιγμή όμως που κατά το ίδιο διάστημα, το κόστος κατασκευής νέων κτιρίων κατοικιών μειώθηκε με αρκετά χαμηλότερο ρυθμό. Ως εκ τούτου, «το υψηλότερο κόστος κατασκευής, σε σχέση με τις τιμές των κατοικιών καθιστά την επένδυση μη αποδοτική και συνεπώς αποτελεί πρόσθετο παράγοντα αδυναμίας ανακάμψεως της αγοράς. Ωστόσο, η τάση αυτή έχει αντιστραφεί από τις αρχές του έτους, καθώς η αύξηση των τιμών των κατοικιών που παρατηρείται έχει υπερβεί το κόστος παραγωγής, ενισχύοντας τα κίνητρα επενδύσεως», σημειώνει η Alpha Bank. Στον αντίποδα, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα του ΙΟΒΕ που δημοσιεύθηκε στις αρχές της εβδομάδας, η υψηλή φορολογία ακινήτων παραμένει σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για την αναθέρμανση της αγοράς κατοικίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ