ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο προϋπολογισμός του «καλού πελάτη»

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Τι είναι ο προϋπολογισμός που κατέθεσε στη Βουλή η κυβέρνηση; Είναι αναπτυξιακός ή αντιαναπτυξιακός; Είναι προϋπολογισμός-ανάσα ή προϋπολογισμός του «πάρε κόσμε»;

Νομίζω ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι τα εξής:

1. Είναι ο πιο ελληνικός προϋπολογισμός των τελευταίων ετών, επειδή δεν γράφτηκε υπό την πίεση καταβολής δόσης από τους πιστωτές.

2. Είναι ο προϋπολογισμός του «κουμπούρα», του ανεπίδεκτου μαθήσεως. Δείχνει πως δεν μάθαμε τίποτα ύστερα από τόσα χρόνια κρίσης και, μόλις αποκτήσαμε κάποιο βαθμό ελευθερίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, αρχίσαμε τα ίδια. Λίγη μείωση φόρων εδώ κι εκεί, ένα επίδομα σε κάποιους άλλους. Παροχές δεξιά κι αριστερά, χωρίς στόχευση, χωρίς στρατηγική ή με στρατηγική μέχρι τις εκλογές.

3. Είναι ο προϋπολογισμός του «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Το βασικό στοιχείο αυτού του προϋπολογισμού είναι πως δεν περιλαμβάνει την περικοπή των συντάξεων που είχε συμφωνήσει (και είχε ψηφίσει) η κυβέρνηση με τους θεσμούς. Αυτή ήταν η βασική στόχευσή της, δεδομένου ότι σε μια δημοκρατία συνταξιούχων, που λέει κι ο Τάσος Γιαννίτσης, ο καλύτερος πελάτης είναι ο συνταξιούχος. Προκειμένου να μην κόψει συντάξεις, η κυβέρνηση αρχικά περιέκοψε τις δημόσιες επενδύσεις κατά 300 εκατ., το επίδομα στέγασης κατά 350 εκατ., τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, τη μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις και διάφορα άλλα. Η Κομισιόν είπε ότι είναι κοροϊδία να δώσεις για επίδομα στέγασης μόνον 150 εκατ. ευρώ και απαίτησε να αυξηθεί το κονδύλι στα 400 εκατ. Προκειμένου να κλείσει την τρύπα που δημιουργούσε η απαίτηση της Επιτροπής, η κυβέρνηση έκοψε ακόμη 250 εκατ. ευρώ από τις δημόσιες επενδύσεις και 50 εκατ. ευρώ (σε σύνολο 102 εκατ.) από την επιχορήγηση των ασφαλιστικών εισφορών των νέων έως 25 ετών. Για κάποιο λόγο, κανένα πολιτικό κόμμα δεν θεωρεί τους πολύ νέους καλούς πελάτες. Πιθανώς γιατί λόγω υπογεννητικότητας ή μετανάστευσης φθίνουν ταχύτερα από τους συνταξιούχους. Ο Τσακαλώτος, που είναι αριστερός οικονομολόγος, υποστήριξε πως με την επιχορήγηση των ασφαλιστικών εισφορών απλώς δίνεις λεφτά στο κεφάλαιο, κι αυτό δεν είναι αριστερό. Προφανώς αριστερό είναι να δίνεις λεφτά στον συνταξιούχο κι αυτός να χαρτζιλικώνει με τη σειρά του τον άνεργο εγγονό του. Κι αν δεν είναι αριστερό, δεν πειράζει. Φέρνει ψήφους.

4. Είναι ο «κι εγώ αν ήμουν κυβέρνηση έτσι θα τον έφτιαχνα» προϋπολογισμός. Νομοτελειακά. Από τη στιγμή που δεν μειώνεται η μισθολογική δαπάνη ή η δαπάνη για τις συντάξεις, το μόνο που απομένει να κάνει κανείς είναι ό,τι κι ο Τσίπρας: λίγη μείωση φόρων εδώ κι εκεί, ένα επίδομα σε κάποιους άλλους. H δαπάνη για μισθούς και συντάξεις αποτελεί περίπου το 50% των συνολικών δαπανών της γενικής κυβέρνησης. Σενάριο συγκράτησης κρατικών δαπανών, χωρίς να επηρεαστούν αυτά τα κονδύλια, είναι άσκηση για μαθητευόμενους μάγους. Εξ όσων ενθυμούμαι, κανένας δεν προτείνει μείωση των δύο αυτών κονδυλίων, η δε αντιπολίτευση έσπευσε να καταθέσει νομοθετική ρύθμιση ακύρωσης των περικοπών των συντάξεων για να προλάβει τη συμφωνία της κυβέρνησης με τους πιστωτές.

Σε εκείνη την προ διετίας παρέμβαση για τη δημοκρατία των συνταξιούχων, ο Τάσος Γιαννίτσης είχε αναφέρει το εξής: «Με μέσο εισόδημα από απασχόληση 1.000 ευρώ και ένα ποσοστό αναπλήρωσης 60% (δηλαδή σύνταξη 600 ευρώ), το μέσο εισόδημα κάθε απασχολουμένου διαμορφώνεται στα 800 ευρώ προ φόρου, αν η αναλογία απασχολουμένων προς συνταξιούχους είναι 3:1. Ομως, αν η αναλογία είναι 1,3:1, τότε το εισόδημα μετά τις εισφορές πέφτει στα 550 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, φθάνουμε μάλιστα στο παράδοξο, να πρέπει ένας εργαζόμενος να επιβαρύνεται με τέτοιες εισφορές ή και φόρους για τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος, που οι καθαρές απολαβές του (550 ευρώ) φθάνουν να είναι χαμηλότερες από τις καθαρές απολαβές του μέσου συνταξιούχου (600 ευρώ). Πόσο βιώσιμη και πόσο δίκαιη είναι μια τέτοια σχέση και τι επιδράσεις ασκεί στην οικονομία, στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις, στη φυγή ενεργού πληθυσμού, στη μαύρη οικονομία, στη φοροδιαφυγή;». Αν αυτό είναι το παρόν και το μέλλον, τότε ο προϋπολογισμός δεν είναι ούτε αναπτυξιακός, ούτε αντιαναπτυξιακός, ούτε «ανάσα», ούτε του «πάρε κόσμε». Δεν είναι καν ο προϋπολογισμός του 2019, είναι ο προϋπολογισμός του χθες, το οποίο αρνούμαστε πεισματικά να ξεπεράσουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ