ΕΛΛΑΔΑ

Δολοφονία Μπακάρι Χέντερσον: Ανικανοποίητο το αίτημα δικαίωσης

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ

«Η απόφαση στέλνει ένα μήνυμα στους Αμερικανούς που θέλουν να ταξιδέψουν στη χώρα», δήλωσε η Τζιλ Χέντερσον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το πρωί της Πέμπτης, όταν η πρόεδρος της έδρας ξεκίνησε να διαβάζει τις ποινές στη δίκη για τη δολοφονία του Μπακάρι Χέντερσον, έτυχε να κάθομαι ανάμεσα στους γονείς του. Με είχαν παρακαλέσει να τους μεταφράζω, αλλά μόλις ανακοινώθηκαν οι ποινές δίστασα. «Και εάν κάτι δεν έχω καταλάβει σωστά;», σκέφθηκα. Στην πραγματικότητα, όμως, νομίζω πως δίστασα γιατί ήξερα πως αυτό που είχα μόλις ακούσει ήταν η χειρότερη πιθανή εξέλιξη για την οικογένεια. Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο της Πάτρας είχε υιοθετήσει τη θέση των κατηγορουμένων – ουσιαστικά δέχθηκε πως οι εννέα κατηγορούμενοι δεν είχαν κανένα σκοπό να σκοτώσουν αλλά να τον χτυπήσουν και έτυχε να πεθάνει.

Οταν τελικά τους είπα τις ποινές, έμειναν για αρκετή ώρα σιωπηλοί. Οι τρεις από τους εννέα κατηγορουμένους ήταν πλέον ελεύθεροι, οι υπόλοιποι πήραν ποινές από 5 μέχρι 15 χρόνια για βαριά σωματική βλάβη. Οι Χέντερσον γνωρίζουν πλέον πως στην Ελλάδα οι ποινές αυτές αντιστοιχούν σε πολύ λιγότερα χρόνια εγκλεισμού. Οταν λίγα λεπτά αργότερα ξεκίνησε η συζήτηση για το κατά πόσον θα μπορούσαν και οι έξι κατηγορούμενοι να αφεθούν ελεύθεροι μέχρι το εφετείο, ο πατέρας του Μπακάρι ξέσπασε: «Μα είναι δυνατόν να συζητούν κάτι τέτοιο;», είπε στους δικηγόρους του. Δεν πήρε κάποια απάντηση, ήταν και εκείνοι σοκαρισμένοι από την εξέλιξη.

Τελικά, η έδρα αποφάσισε πως οι έξι θα επέστρεφαν στη φυλακή. Παρ’ όλα αυτά όλοι τους αγκαλιάζονταν χαρούμενοι με τους δικηγόρους και τις οικογένειές τους. Οπως παραδέχθηκε στην «Κ» ένας από τους δικηγόρους τους, ούτε οι ίδιοι δεν μπορούσαν καλά καλά να πιστέψουν την απόφαση. «Συγχαρητήρια που δεν ενδώσατε στους Αμερικανούς» είπε, μεταξύ άλλων, ένας από τους δικηγόρους απευθυνόμενος στην έδρα. Δεν ήταν η πρώτη φορά στη διάρκεια της δίκης που άφηναν υπονοούμενα για πίεση που υποτίθεται ότι ασκούσε η αμερικανική πρεσβεία. Κάποια από όλες τις φορές, ο εισαγγελέας τους είχε διακόψει ενοχλημένος: «Λέτε ανοησίες. Αν κάποιος πιέζει δεν είναι οι Αμερικανοί αλλά η σερβική πρεσβεία που μας στέλνει συνεχώς επιστολές πως δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας».

Η αντίδραση

Βγαίνοντας από την αίθουσα, ο Φιλ, ο πατέρας του Μπακάρι, ήταν πλέον θυμωμένος: «Είναι αδιανόητο. Η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία στην Ελλάδα;», είπε στην «Κ». Δίπλα του, η σύζυγός του Τζιλ, προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμη: «Η απόφαση αυτή στέλνει ένα μήνυμα στους Αμερικανούς που θέλουν να ταξιδέψουν στη χώρα σας. Γιατί εάν κάποιος δολοφονείται και δεν υπάρχει καμία τιμωρία, τι σε κάνει να πιστεύεις πως το παιδί σου μπορεί να είναι ασφαλές εδώ». Ηταν η μοναδική στιγμή της ημέρας που ξέσπασε σε κλάματα.


Η ιατροδικαστής που είχε ορίσει το κράτος κατέληξε πως και τα 33 χτυπήματα που ο Μπακάρι είχε δεχθεί εν ζωή οδήγησαν στον θάνατό του.

Λίγες ώρες νωρίτερα, τους είχα συναντήσει στο ξενοδοχείο όπου έμεναν. Ισως η διαφορά της ώρας, το υπερατλαντικό ταξίδι (η πέμπτη πτήση σε 2 μήνες), ίσως η αγωνία για την απόφαση, πάντως το προηγούμενο βράδυ δεν είχαν κλείσει μάτι. Παρ’ όλα αυτά ήταν αισιόδοξοι: «Περιμέναμε καιρό γι’ αυτή τη στιγμή, ήρθε η ώρα να αποδοθεί η Δικαιοσύνη», μου είπαν. Ηταν η Ημέρα των Ευχαριστιών, μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές γιορτές και εκμεταλλευόμενοι την αργία πολλοί συγγενείς είχαν ταξιδέψει μαζί τους. Ηταν τυχεροί γιατί από την πρώτη ημέρα της δίκης πάντα κάποιος φίλος ή συγγενείς ήταν κοντά τους. Οι ίδιοι ήξεραν πως δεν χρειαζόταν να βρίσκονται εδώ συνεχώς –και σίγουρα λίγα καταλάβαιναν από τη διαδικασία– ένιωθαν όμως πως ήταν σημαντικό: «Για την έδρα, για τους κατηγορουμένους και τους δικηγόρους τους. Να τους θυμίζουμε πως πίσω έμεινε μια ολόκληρη οικογένεια και φίλοι που υποφέρουν καθημερινά», είχαν πει στην «Κ».

Την Πέμπτη το πρωί πήραν στα γρήγορα το πρωινό τους και ξεκίνησαν με τα πόδια για το δικαστήριο. Ανέβηκαν τις μαρμάρινες σκάλες, πέρασαν τον αυξημένο έλεγχο ασφαλείας και μπήκαν στην αίθουσα. Για την Τζιλ παρέμενε μια δύσκολη στιγμή όταν οι κατηγορούμενοι έμπαιναν στην αίθουσα. Ο Φιλ κάπως το είχε συνηθίσει, αλλά εκείνη την ημέρα είχε και εκείνος αγωνία και συνέχεια κοιτούσε τα δυο του παιδιά που για πρώτη φορά αντίκριζαν τους κατηγορουμένους: Οκτώ Σέρβοι κι ένας Ελληνας, όλοι νέοι στην ηλικία, με κουστούμια, με το κεφάλι κατεβασμένο έκατσαν στους ξύλινους πάγκους. Η εικόνα τους σε τίποτα δεν θύμιζε τις άγριες φυσιογνωμίες που είχε καταγράψει η κάμερα να χτυπάνε τον Μπακάρι στην άσφαλτο του Λαγανά.

33 χτυπήματα

Οταν είχαν καταθέσει και οι 9 σχεδόν είχαν αρνηθεί πως τον είχαν χτυπήσει. Τι και εάν οι κινήσεις τους είχαν καταγραφεί στην κάμερα, σχεδόν όλοι είχαν κάποιο ιατροδικαστή ή τεχνικό σύμβουλο που υποστήριζε πως δεν ήταν το χτύπημα του δικού τους πελάτη που επέφερε τον θάνατο, αλλά το χτύπημα κάποιου άλλου. Μάταια –όπως φαίνεται– η ιατροδικαστής που είχε ορίσει το κράτος για τη νεκροψία είχε καταλήξει πως και τα 33 χτυπήματα που ο Μπακάρι είχε δεχθεί εν ζωή οδήγησαν στον θάνατό του.

Λίγες ώρες μετά την απόφαση, όταν η οικογένεια των Αμερικανών συζητούσε τα επόμενα βήματα με τους δικηγόρους, εκείνοι τους ενημέρωσαν πως ο εισαγγελέας θα ζητούσε έφεση και πως έτσι η ποινή θα μπορούσε θεωρητικά να αυξηθεί στο εφετείο. «Είναι ένα καλό νέο», τους είπαν. Οι Χέντερσον συμφώνησαν ευγενικά αλλά δεν έδειξαν να πείθονται. Ηταν μια δύσκολη ημέρα, ήταν κουρασμένοι αλλά κυρίως η εμπιστοσύνη τους για την ελληνική Δικαιοσύνη είχε κλονιστεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ