ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τι θα απαντούσε σήμερα ο Εμπενέζερ Σκρουτζ, ο πιο διάσημος τσιγκούνης, στην ευχή «Καλά Χριστούγεννα»; «Κακά, ψυχρά κι ανάποδα», όπως γκρίνιαξε μουτρωμένα στη νουβέλα του Καρόλου Ντίκενς; Μάλλον όχι. Η εποχή μας έχει βρει συντομότερους δρόμους προς τον κυνισμό. «Αηδίες!» απαντά ο Αλέξανδρος Μυλωνάς στον ρόλο του μυθιστορηματικού σπαγγοραμμένου, στην παράσταση της «Χριστουγεννιάτικης ιστορίας» που παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο (8/12) σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.

Στη Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» στο Rex θα δούμε τις περιπέτειές του σε μιούζικαλ, μαζί και τα φαντάσματα που επισκέφθηκαν το κρύο του δωμάτιο παραμονή Χριστουγέννων κάνοντάς τον να αναθεωρήσει όσα πίστευε για τους ανθρώπους. Ολα αυτά σε μουσική Θοδωρή Οικονόμου, με 16 ηθοποιούς, 4 χορωδούς και 5 μουσικούς.

Είναι η παρθενική παράσταση της πρώτης κρατικής μας σκηνής για ενηλίκους και παιδιά στο πνεύμα των γιορτών. Ο Γιάννης Μόσχος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρόταση του Στάθη Λιβαθινού να σκηνοθετήσει το μιούζικαλ αυτό. Και ας είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται με το είδος. Τελείωσε σπουδές στη Φαρμακευτική, αλλά το μικρόβιο του θεάτρου ήταν ανθεκτικό. «Η μάχη ήταν άνιση. Δεν μετάνιωσα ποτέ. Είμαι πολύ τυχερός, γιατί έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα». Είκοσι χρόνια στο θέατρο ονειρεύομαι να φτιάξουμε κάτι, όλοι μαζί». Μια προσπάθεια στην οποία συνεισφέρει όχι μόνον ως σκηνοθέτης, αλλά και ως επίκουρος καθηγητής στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο με γνωστικό αντικείμενο Θεατρολογία - Ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, με έμφαση στη σκηνοθεσία: θεωρία και πράξη. Πώς αντιμετωπίζει, λοιπόν, τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»;

Απολογισμοί ζωής

Οπως λέει στην «Κ», την αντιλαμβάνεται «ως θέατρο που γλιστράει στο τραγούδι». Και εξηγεί ότι η παράστασή του «δεν είναι ένα θεαματικό μιούζικαλ χορογραφιών. Εδώ όλα συμβαίνουν ομαλά, ακόμη και ο τρόπος που τραγουδούν οι ήρωες προκύπτει από τη δράση». Ο ίδιος επισημαίνει πως, «όταν ξανασυναντάει κανείς ως ενήλικος τις ιστορίες των παιδικών του χρόνων, ανακαλύπτει σε αυτές κάτι καινούργιο. Κι εγώ που είμαι σε μια μεταβατική ηλικία πριν από τα 50, αρχίζω την αναδρομή στο παρελθόν, ίσως γιατί σε αυτό τον σταθμό συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν είναι απεριόριστος ο χρόνος που διαθέτει. Πάμε σε ανάδρομη πορεία. Σαν να γινόμαστε πάλι παιδιά». Στη νουβέλα του Καρόλου Ντίκενς συγκινούν τον Γ. Μόσχο «οι απολογισμοί ζωής. Τα ελαττώματα που αρνούμαστε να δούμε και συνήθως κρύβουμε εύκολα κάτω από το χαλί». Ωστόσο, αν και υπήρξε διαβαστερό παιδί, η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του διάσημου Αγγλου μυθιστοριογράφου δεν ήταν ανάγνωσμα που τον καθόρισε. Ομως η ιστορία του Σκρουτζ εδώ και 175 χρόνια εμπνέει διασκευές και νέα ανεβάσματα. Στην ερώτηση πώς θα συμπεριφερθεί στον εμβληματικό τσιγκούνη των παιδικών μας χρόνων, ο Γ. Μόσχος εξηγεί πως στη δική του διασκευή δεν θέλει πρόσωπα-καρικατούρες, «αλλά να αποκτήσουν σάρκα και οστά. Ο Σκρουτζ είναι ένας δύστροπος, φιλάργυρος, μισάνθρωπος, αλλά έχει μέσα του μια κρυμμένη αθωότητα που δεν επέτρεψε να βγει. Ετσι εξηγείται και η μεταστροφή του στο τέλος. Οσο μεγαλώνει κανείς, είναι πολυτιμότερο να κατανοεί τους άλλους παρά να τους κρίνει. Τι ωθεί τους ανθρώπους να είναι δύστροποι: οι συνθήκες, ο τρόπος που μεγαλώνουν, το περιβάλλον, οι συναναστροφές. Ισως ακούγεται ρομαντικό, αλλά θέλω να πιστεύω ότι ο ανθρώπινος πυρήνας είναι αθώος και καλός και χρειάζεται τις κατάλληλες συνθήκες για να παραμείνει τέτοιος».


Ο σκηνοθέτης του έργου, Γιάννης Μόσχος, μίλησε στην «Κ».

Διασκευάζοντας την αρχική διασκευή του Τζακ Θορν (μετάφραση Γιώργου Δεπάστα), πήρε και αυτός πολλές ελευθερίες στην ερμηνεία της σκληρότητας του ήρωα. «Ο Σκρουτζ έζησε σε μια οικογένεια χωρίς αγάπη, με απούσα τη μητέρα, η οποία είχε πεθάνει, και έναν πατέρα που τον είχε κακοποιήσει. Αυτά τον έκαναν μονόχνοτο και κυνικό απέναντι στους ανθρώπους, όπως και η αγάπη που έχασε». Η αγαπημένη του σκηνή είναι εκείνη με τον Αλέξανδρο Μυλωνά ως Σκρουτζ και τη Μεγάλη Μπελ, που υποδύεται η Αλίκη Αλεξανδράκη: «Τι σημαίνει να βρίσκεις κάποιον που αγαπάς ύστερα από 50 χρόνια. Η αγάπη είναι το θέμα μας».

Η παράστασή του θέλει να είναι σαν τις «γυάλινες χιονόμπαλες» των παιδικών μας χρόνων. Ενα κούνημα και το χιόνι εξάπτει τη φαντασία. Το σκηνικό της Τίνας Τζόκα παραπέμπει στη μικρογραφία μιας πόλης όπου σαν μικρά κουκλόσπιτα όλα ανοίγουν, κλείνουν, περιστρέφονται. «Είναι ένα γιορτινό θέαμα με τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει το Εθνικό Θέατρο. Βλέπετε έχουμε ανάγκη πια τη σκηνογραφία». Αν τα σκηνικά φτώχυναν στα χρόνια της κρίσης, «δεν ήταν από επιλογή αλλά από ανάγκη. Ομως η σκηνογραφία δεν είναι περιττό κομμάτι, αλλά βασικό τμήμα του συνόλου του θεάτρου».

Ως σκηνοθέτης και καθηγητής, ο Γ. Μόσχος βλέπει τη «μεγάλη αγωνία» των νέων. «Από τις σχολές βγαίνουν 700 με 800 παιδιά τον χρόνο, τεράστιο νούμερο. Στην προσπάθειά τους να φανούν, σχηματίζουν ομάδες. Δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος του θεατρικού υπερπληθωρισμού. Είναι και μια ρίζα εγωισμού όλων των ανθρώπων του θεάτρου και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, που θέλουν το δικό τους μαγαζάκι, δεν συσπειρώνονται. Το πράγμα έφθασε στο απροχώρητο. Μεγάλωσα θεατρικά τη δεκαετία του ’80, η οποία είχε το πολύ 30 θεατρικά σχήματα, τώρα ο αριθμός είναι ανεξέλεγκτος. Ετσι το κοινό στρέφεται σε πιο συντηρητικά θεάματα. Οταν υπάρχουν πολλά θεάματα και δεν γνωρίζει που θα πάει, θα επιλέξει ό,τι γνωρίζει. Ενα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι όλοι διαχέονται σε πολλές δουλειές για λόγους επιβίωσης. Ολα αυτά σχετίζονται με τη διακοπή των επιχορηγήσεων, τις οποίες πάντως επανέφερε η Λυδία Κονιόρδου».

Τι σημαίνουν τα Χριστούγεννα γι’ αυτόν; «Είναι συνυφασμένα με την οικογενειακή σύναξη, την κούραση, την προσδοκία, τη μελαγχολία αλλά και μια αθωότητα που αναζητούμε». Οσο για τον σημερινό, σκληρόκαρδο Σκρουτζ, «είμαστε όλοι μας». «Η κρίση μας έκλεισε στον μικρόκοσμό μας και στην προάσπιση του ιδιωτικού μας χώρου, με αποτέλεσμα να γίνουμε κυνικοί, παράξενοι, καχύποπτοι. Παρατηρώ τους ηθοποιούς στη πρόβα, ο Σκρουτζ μας συγκινεί όλους. Ισως γιατί βλέπουμε ότι θα μπορούσαμε να μην είμαστε τόσο σκληροί».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ