ΒΙΒΛΙΟ

Ποιος θυμάται τον κύριο Επιθεωρητή;

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Το έργο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (φωτ.) είναι πολύπτυχο: κραταιός φιλόλογος, πεζογράφος, ποιητής, ιδιότυπος δοκιμιογράφος, δεινός επιστολογράφος, ακάματος ημερολογιογράφος, μεταφραστής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

A​​πό το τεράστιο έργο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο –το δεύτερο ίσως να είναι μεγαλύτερο από το πρώτο–, μικρό μόνο μέρος έχει θησαυριστεί σε βιβλίο. Κάθε φορά λοιπόν που συνάζονται και εκδίδονται σε βιβλίο κείμενά του, όπως τώρα το τομίδιο «Ποιος φοβάται τον κύριο Επιθεωρητή;», φροντισμένο από τον Συμεών Σταμπουλού (εκδ. Κουκούτσι), είναι χαρά μεγάλη. Το μικρό βιβλίο περιέχει, εκτός από τα προλεγόμενα του επιμελητή και τα επιλεγόμενα του συγγραφέα, εφτά αφηγήματα συν μια «επιλογική προσημείωση» στο πρώτο από αυτά, και ένα δοκίμιο για τη διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Υπάρχει ευρετήριο ονομάτων και σύντομο γλωσσάριο, λείπει όμως δυστυχώς πίνακας περιεχομένων. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα είχαν δημοσιευθεί στη «Νέα Εστία», στο Μηνολόγιο της οποίας είχα δημιουργήσει ειδική στήλη για τη φιλοξενία τους.

Το έργο του Τριανταφυλλόπουλου είναι πολύπτυχο: κραταιός φιλόλογος, πεζογράφος, ποιητής, ιδιότυπος δοκιμιογράφος, δεινός επιστολογράφος, ακάματος ημερολογιογράφος (αυτή είναι η λιγότερο γνωστή πλευρά του έργου του), μεταφραστής. Κεντρική πάντως και συνεκτική όλου του δημόσιου βίου του ήταν η ιδιότητα του δασκάλου. Υπηρέτησε ως σχολικός φιλόλογος από το 1959 ώς το 1990, οπότε συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του διευθυντή. Μολονότι έχει επιστημονικό φιλολογικό έργο που ούτε με το κιάλι δεν μπορούν να το ατενίσουν οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί φιλόλογοι, ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν ως σχολικός φιλόλογος, χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό, όπως πολλοί σημερινοί φιλόλογοι, ούτε σκέφθηκε ποτέ να αποδράσει από την τάξη προς άλλα ιδρύματα, με μεγαλύτερο, υποτίθεται, κοινωνικό κύρος. Τούτο το βιβλίο είναι ένας από τους πολλούς καρπούς της μακράς διδακτικής εμπειρίας του και της αγάπης του για το σχολείο.

Τι μετράει ένας δάσκαλος δεν μπορείς να το κρίνεις από τα βιβλία του, πρέπει να τον έχεις ζήσει να διδάσκει, να έχεις δει ζωντανά πώς κουμαντάρει την τάξη, πόσο αντιλαμβάνεται κάθε στιγμή αν αυτά που λέει περνάνε στο μυαλό και στην ψυχή των μαθητών ή πετάνε πάνω από τα κεφάλια τους. Από τα γραπτά του το μόνο που μπορείς να καταλάβεις είναι τις απόψεις και την ψυχική διάθεσή του απέναντι στο σχολείο και στη διδασκαλία. Τα κείμενα του μικρού βιβλίου δείχνουν ότι ο Τριανταφυλλόπουλος υπήρξε δάσκαλος με μεγάλο κέφι για διδασκαλία, ένιωθε στα νερά του μόνο μέσα στην τάξη, διδάσκοντας κείμενα, ότι αποστρεφόταν τα Παιδαγωγικά και κυρίως τη Διδακτική (σ. 34) και ότι δεν ήταν καθόλου του γούστου του η διοίκηση («την ανοστιά της γυμνασιαρχίας», σ. 125).

Ειδικά στο μάθημα της λογοτεχνίας είναι διακηρυγμένος υπέρμαχος της άτακτης και ανοικοκύρευτης διδασκαλίας, υποτιμώντας εν προκειμένω τους κινδύνους του διδακτικού αυτοσχεδιασμού, για καθηγητές που δεν έχουν το ταλέντο και τη γνώση του.

Το παρόν βιβλίο διηγείται ιστορίες επιθεώρησης από τον αλήστου μνήμης Γενικό Επιθεωρητή. Ο Τριανταφυλλόπουλος δεν χαρίζεται στους Επιθεωρητές: υπήρχαν αρκετοί που ήταν καλοί δάσκαλοι και ήξεραν γερά γράμματα, αλλά υπήρχαν και άλλοι που ήταν «αναξιοπρεπείς, ξεροκέφαλοι, άδικοι, δυναστικοί» (σ. 91). Οι εκθέσεις των Επιθεωρητών για τον Ν. Δ. Τ. δεν ήταν όλες ακριβοδίκαιες. Η δική του όμως κρίση γι’ αυτούς ή, ακριβέστερα, για τον αξιολογικό θεσμό που ενσάρκωναν δεν θολώνει και διατυπώνεται συμπερασματικά ως εξής: «Ωστόσο, δεν γνωρίζω καμιά περίπτωση ευσυνείδητου δασκάλου που βλάφτηκε αθεράπευτα από Επιθεωρητή. Κάθε αντίθετη ιστορία είναι τρομοκρατικός μύθος» (σ. 91, βλ. και σ. 60, 71, 101, 127). Το ίδιο συμπέρασμα συνάγει και από την προσεπιμαρτυρία της Κατίνας Παπά και της Eλλης Αλεξίου (σ. 93).

Τα αφηγήματα του βιβλίου δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια για την ιστορία της εκπαίδευσής μας κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, ασκούν ταυτόχρονα και κριτική, έμμεσα, στη σημερινή σχολική πραγματικότητα, όπου ένας καθηγητής διανύει όλη τη σταδιοδρομία του στις σχολικές αίθουσες, χωρίς ποτέ κανείς να του κάνει ένα απλό έστω σχόλιο για τη διδασκαλία του. Τριάντα πέντε χρόνια αναξιολόγητος και ανεπιμόρφωτος. Και όμως υπήρχαν κάποτε στη χώρα μας και αξιολόγηση και επιμόρφωση. Ελπίζω να μη βρεθεί αναγνώστης του βιβλίου του Τριανταφυλλόπουλου –και του προ οφθαλμών σημειώματος– που να θεωρήσει ότι συγγραφέας προτείνει την επιστροφή στον θεσμό του Γενικού Επιθεωρητή. Κάθε εποχή έχει τους δικούς της αξιολογικούς θεσμούς – αρκεί να έχει! Κανείς από όσους υπηρετούν σήμερα στην Εκπαίδευση δεν γνώρισε Επιθεωρητές – καταργήθηκαν το 1982. Τους θυμούνται όμως και τους επικαλούνται ως φόβητρο όσοι κηρύττουν κατά της αξιολόγησης. Oλα τα επιχειρήματά τους είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Εκείνο που τελικά υπερασπίζονται αυτοί οι κλαδικοί αγωνιστές είναι να κάνουν ό,τι θέλουν ανεξέλεγκτοι ή ακόμη και να μην κάνουν τίποτε, χωρίς να υφίστανται συνέπειες. Δεν έχουμε κουλτούρα αξιολόγησης, και όση είχαμε την έχουμε χάσει κι αυτή – ιδού μια από τις καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνία χωρίς ατομική ευθύνη και υποχρέωση λογοδοσίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ