ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεκατρία χρόνια από γκάφα σε γκάφα η υπόθεση C4I

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Το 2010-2011 η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέλαβε το Tetra της Siemens που διασφάλιζε το στεγανό των επικοινωνιών της ΕΛ.ΑΣ., καταγγέλλοντας όμως τη σύμβαση ως προς το υπόλοιπο σύστημα. Στη φωτ. αρχείου, ντουλάπα στη ΓΑΔΑ με την «ταλαιπωρημένη» ένδειξη C4I.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετά την «έφοδο» των γερμανικών αρχών στα γραφεία της Siemens πριν από 12 χρόνια, στις 15 Νοεμβρίου του 2006, το κεφάλαιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας των γερμανικών εισαγγελικών αρχών, καθώς ο Μίχαελ Κουτσενρόιτερ καταθέτει έναν μήνα αργότερα πως είχε ακούσει τον Χριστοφοράκο σε σύσκεψη στελεχών της Siemens μετά τους Αγώνες να εξαίρει το «πρότζεκτ C4I».

Σε αντίθεση με τα πρότζεκτ τηλεπικοινωνιών, ο Κουτσενρόιτερ εξήγησε στο δικαστήριο για την υπόθεση της Siemens, στις αρχές Νοεμβρίου στην Αθήνα, ότι το εργο των Ολυμπιακών Αγώνων το διαχειριζόταν η ελληνική εταιρεία. Αυτός απλώς «έδινε το υλικό και ελάμβανε τα έσοδα». Σε σύσκεψη το 2005 στο Βερολίνο, ο Κουτσενρόιτερ είπε ότι δεν εκτιμούσε πως το έργο θα είναι τόσο επικερδές, καθώς η χρονιά τέλειωνε και «έλειπαν» πληρωμές 40 εκατ. Το έθεσε υπόψη δύο μελών του κεντρικού Δ.Σ. της εταιρείας που κάθονταν δίπλα του σε εκείνη τη σύσκεψη και στη συνέχεια ο κ. Χριστοφοράκος του ζήτησε τον λόγο λέγοντας ότι οι πληρωμές δεν θα μπορούσαν να γίνουν προς τη Siemens αν δεν γίνονταν παράνομες πληρωμές – δηλαδή μίζες σε εκπροσώπους τεσσάρων υπουργείων, όπως εξήγησε στη δική του κατάθεση άλλο στέλεχος της εταιρείας, ο Ράιχαρντ Σίκατσεκ.

Στο σύμπλεγμα αυτών των μαρτυριών στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά η έρευνα που διεξάγεται επί 13 χρόνια για το C4I, καθώς η αντίστοιχη στην Αθήνα είχε αρχίσει πριν από την «έφοδο» των γερμανικών αρχών στη Siemens, από το 2005. Αρχικά η εφέτης Μαρία Νικολακέα και η ομάδα της την έθεσαν στο αρχείο, καθώς οι απολογίες των κατηγορουμένων στη Γερμανία δεν επιβεβαιώθηκαν από τη «ροή χρήματος». Μάλιστα το κατηγορητήριο για την υπόθεση της σύμβασης του ΟΤΕ –η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία δύο χρόνια στο Εφετείο της Αθήνας– περιλαμβάνει τις πληρωμές που φέρονται να έχουν γίνει στον κ. Χριστοφοράκο από τη γερμανική εταιρεία για να δοθούν στα κόμματα ως «χορηγίες» που έχουν σχέση με τη διαβόητη σύμβαση (8002) των ψηφιακών. Το 2010-2011 η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου παρέλαβε μεν το σύστημα επικοινωνιών Tetra της Siemens που διασφάλιζε το στεγανό των επικοινωνιών της ΕΛ.ΑΣ., καταγγέλλοντας όμως τη σύμβαση ως προς το υπόλοιπο σύστημα.

Το 2013 ωστόσο η εργολάβος της σύμβασης του έργου των Ολυμπιακών Αγώνων, η αμερικανική Saic, κέρδισε τη διαιτησία κατά του ελληνικού Δημοσίου αποκτώντας και σχετικό εκτελεστό τίτλο για αποζημίωση 40 εκατ. ευρώ. Στο σύνολο του έργου της Saic των 254 εκατ. η Siemens ήταν ο μεγαλύτερος υπεργολάβος αφού εγκατέστησε και λειτουργούσε ώς το 2014 το έργο επικοινωνιών της Ελληνικής Αστυνομίας, Tetra.

Οταν εξεδόθη η απόφαση της διαιτησίας, αυτή ανασύρθηκε και χωρίστηκε στα δύο. Το πρώτο σκέλος αφορούσε την ανάθεση και το δεύτερο την παραλαβή του συστήματος. Να σημειωθεί ότι στο υλικό που απεστάλη στη Βουλή αυτή την εβδομάδα περιλαμβάνεται και κατάθεση πρώην υποστρατήγου που παραδέχεται ενώπιον του ειδικού ανακριτή Δημήτρη Ορφανίδη ότι έως το 2002 δεν είχε γίνει το παραμικρό για το έργο ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων. Η σύνταξη της τεχνικής προδιαγραφής ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2002.

Δύο από τις κοινοπραξίες κατέθεσαν τις προσφορές τους, ενώ μια τρίτη απεσύρθη διότι δεν προλάβαινε να παραδώσει το έργο που περιελάμβανε ένα ενιαίο ψηφιακό συγκαναλικό ραδιοδίκτυο, δηλαδή το σύστημα Tetra της Siemens, τα κέντρα επιχειρήσεων, τα συστήματα των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης και ένα υποσύστημα διοίκησης και λήψης αποφάσεων, το οποίο μέσω εφαρμογών λογισμικού και διαδικασιών θα εξασφάλιζε τη διαχείριση και την ασφάλεια των πληροφοριών. Το σύστημα λειτουργούσε διασυνδέοντας τα επιμέρους υποσυστήματά του.

Ο μάρτυρας παραδέχεται στην κατάθεσή του ότι η τεχνική προδιαγραφή παρουσίαζε αρκετά κενά και γενικότητες, με αποτέλεσμα να το εκμεταλλευτούν αυτό οι συμμετέχουσες κοινοπραξίες –η μία υπό την αμερικανική Saic και η άλλη υπό τη γαλλική Thales– και η αξιολόγηση τελικά να πάρει τη μορφή διαπραγμάτευσης και με τις δύο κοινοπραξίες ώστε να διαμορφωθούν λειτουργικές και κυρίως συγκρίσιμες τεχνικές λύσεις. Στο τέλος της διαπραγμάτευσης, με την εκπνοή του έτους 2002, οι δύο κοινοπραξίες παρουσίασαν τιμές μειωμένες, η μεν Saic κατά 30% στα 269,5 εκατ., η δε TRS (όπου συμμετείχε η γαλλική εταιρεία) κατά 8% στα 405 εκατ. Εκ των υστέρων και η δεύτερη κοινοπραξία «κατέβηκε» κατά 30% στα 262 εκατ.

Σε ό,τι αφορά την ανάθεση οι συντάκτες του κατηγορητηρίου υποστηρίζουν ότι η Saic, που τελικά κέρδισε, εμφάνισε ψευδώς ότι ήταν σε θέση να παραδώσει έργο που γνώριζε εξαρχής ότι δεν μπορούσε.

Το παράδοξο

Εκεί που τα πράγματα γίνονται κάπως πιο παράδοξα είναι στο δεύτερο κατηγορητήριο της παράδοσης του συστήματος ασφαλείας που έγινε μετά την αποχώρηση του Μιχάλη Χριστοφοράκου από τη Siemens, τον Δεκέμβριο του 2006. Εκεί, ο ενεργών την ανάκριση υποστήριξε ότι ο άλλοτε ισχυρός άνδρας της γερμανικής εταιρείας στην Ελλάδα συνέχισε να εργάζεται για την παραλαβή του C4I παρά το γεγονός ότι η πρώην εργοδότριά του είχε διακόψει τη συνεργασία μαζί του και υπό αυτή του την ιδιότητα (;) επηρέασε τους τότε υπουργούς της Ν.Δ. (Παυλόπουλος, Πολύδωρας) και άλλους κρατικούς αξιωματούχους, επειδή αποδέχθηκαν τροποποίηση της σύμβασης με την οποία δεν διασφαλιζόταν πλέον η διαλειτουργικότητά του. Ο ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ