Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Στον κινηματογράφο ονειρευόμαστε με ανοιχτά μάτια»

ΚΟΣΜΟΣ

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (1941-2018, αριστερά) με τους Μάρλον Μπράντο και Μαρία Σνάιντερ στα γυρίσματα του «Τελευταίου τανγκό στο Παρίσι», το 1972.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Παρακαλώ πολύ, κλείστε τα κινητά σας». Η συνέντευξή μας είχε ήδη ξεκινήσει όταν ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι διέκοψε, απαιτώντας χαμηλότονα αλλά αποφασιστικά ησυχία από τους συνεργάτες του και τους εργαζομένους στο Φεστιβάλ. Ηθελε να συγκεντρωθεί. Δεν ανήκε στις διασημότητες με τις «προκάτ» απαντήσεις. Ο λόγος του μεστός, είχε ροή και οικονομία. Με τον Μπερτολούτσι συναντηθήκαμε στον 9ο όροφο του «Μακεδονία Παλλάς», στη διάρκεια του 37ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον Νοέμβριο του 1996. «Ηταν ένα ηλιόλουστο πρωινό, τόσο ασφυκτικά προγραμματισμένο, όμως, σε ραντεβού και συναντήσεις, που ούτε με τη μαγευτική θέα στον Θερμαϊκό δεν μπορούσε να χαλαρώσει», γράφω στον πρόλογο του κειμένου («Κ» 17/11/1996). Το μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του, πρωτοβουλία του τότε διευθυντή Μιχάλη Δημόπουλου, βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ίδιος είχε μόλις ολοκληρώσει την «Κλεμμένη ομορφιά» με τη Λιβ Τάιλερ.

Ο Ιταλός δημιουργός, που με χαρακτηριστική άνεση μπορούσε να περάσει από τα δράματα δωματίου («Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι», 1972) στα πανοραμικά ιστορικά έπη (όπως «Ο τελευταίος αυτοκράτορας», 1987), πέθανε την περασμένη Δευτέρα, στο σπίτι του στη Ρώμη, σε ηλικία 77 ετών. Ποιο ήταν, όμως, το «σπίτι» γι’ αυτόν τον γεννημένο στην Πάρμα, διεθνή δημιουργό, που επί μία δεκαετία ταξίδεψε και έζησε στην Αμερική, στην Κίνα, στη Σαχάρα, στο Νεπάλ;

Εκείνη την εποχή, μέσα του ’90, είχε επιστρέψει στην Ιταλία, στη χώρα του, με τη «συγκεχυμένη και κωμικοτραγική πραγματικότητα»: «Εφυγα γιατί αισθανόμουν μια έντονη μυρωδιά διαφθοράς, έναν κυνισμό, απέναντι στον οποίο δεν μπορούσα να στήσω την κάμερά μου», είχε πει. Το πέρασμά του από το Χόλιγουντ, θριαμβευτικό. Γράφτηκε ότι στην ιστορία των Οσκαρ ποτέ έως τότε το σύνολο των επαγγελματιών του αμερικανικού κινηματογράφου δεν βράβευσε μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή παραγωγή, όπως το βράδυ της 12ης Απριλίου 1989, οι οποίοι έστεψαν σχεδόν αυτοκράτορα τον σκηνοθέτη του «Τελευταίου αυτοκράτορα» με εννέα χρυσά αγαλματίδια.

Ανάμεσα στον «Βίαιο θάνατο» (1962), την πρώτη του ταινία, με τις νεορεαλιστικές επιρροές, που διαδραματίζεται στις λαϊκές συνοικίες της Ρώμης, σε σενάριο του φίλου και δασκάλου του Πιερ Πάολο Παζολίνι, και στα «Κόκκινα παπούτσια», διάρκειας ενάμισι λεπτού, στην οποία κινηματογράφησε τις ρόδες του αναπηρικού αμαξιδίου του στα – μισοκατεστραμμένα - πεζοδρόμια της Ρώμης (για το Φεστιβάλ Βενετίας του 2013), ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι χώρεσε 18 ταινίες, μια συναρπαστική φιλμική ζωή, πολλά γόνιμα χρόνια· μέχρι την εμφάνιση του καρκίνου και την πλήρη ανατροπή της καθημερινότητάς του.

«Ο κινηματογράφος γνωρίζει έναν μόνο χρονικό προσδιορισμό: το παρόν. Η κάμερα φιλμάρει πάντα την πραγματικότητα στο παρόν, και η πράξη της κινηματογράφησης από τον Λιμιέρ έως τον Σπίλμπεργκ, έχει χαρακτήρα εντελώς ντοκιμαντερίστικο», έγραφε στο προλογικό κείμενό του, στη μονογραφία του, που εξέδωσε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.«Γι’ αυτόν τον λόγο, εμείς πιστεύαμε πάντα ότι με τις ταινίες μας αιχμαλωτίζαμε την πραγματικότητα. Τώρα καταλαβαίνουμε ότι είναι το ίδιο το παρόν που αιχμαλωτίζει τις ταινίες μας».

Τι «αιχμαλώτισε» ο ίδιος τον μισό αιώνα κινηματογραφικής παρουσίας του; Το συνοψίζει ο Μιχ. Δημόπουλος στο σημείωμά του για την ίδια έκδοση: «Αν υπάρχει κάτι μοναδικό στον Μπερτολούτσι, είναι οι ανοιχτοί λογαριασμοί με τη φύση, το ήθος, τη διαρκή αναθεώρηση της κινηματογραφικής χειρονομίας (...). Ο,τι αγγίζει έχει ευγένεια και καλλιέπεια. Πάνω, απ’ όλα, όμως, στις ταινίες του υποβόσκει μια έντονη θλίψη που διακατέχει όσους μάχονται με τα όριά τους».

Η καταγωγή του Μπερτολούτσι είναι από την ποίηση. Επειδή όμως η ποίηση ήταν «το βασίλειο του πατέρα του» (Attilio), και «δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί», κατέληξε «σε μια γλώσσα έκφρασης ολοκληρωτικά δική του»: «Ο προορισμός μου ήταν να γράφω ιστορίες χρησιμοποιώντας την κινηματογραφική κάμερα». Οδήγησε την κάμερα μέσα από μονοπάτια φροϊδικά, μαρξιστικά, στις σαρωτικές δεκαετίες του ’60 και του ’70, μίλησε για τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος, τη γέννηση της επαναστατικής ουτοπίας, την άνοδο του φασισμού. Στην κόψη των δύο δεκαετιών, το 1970, γύρισε τον αριστουργηματικό «Κονφορμίστα» και δύο χρόνια αργότερα σάρωσε τις αισθήσεις, προκαλώντας εκρηκτικές αντιδράσεις με «Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι». Ο Μπερτολούτσι παρομοίαζε το σκοτάδι της αίθουσας με το σκοτάδι της μήτρας. «Λένε για το σινεμά μου ότι αποτελείται από “σκηνές-μητέρες” και είναι αλήθεια. Γυρίζω την κάθε σκηνή σα να είναι η πιο σημαντική της ταινίας».

Τον χαρακτήρισαν εξερευνητή, τολμηρό και φιλόδοξο στις επιλογές του. «Είχα πάντοτε την επιθυμία να αποφύγω την παγίδα της αυτοεπανάληψης. Η παγίδευση στην επιτυχία δημιουργεί την αίσθηση του θανάτου».

Από εκείνο το φωτεινό πρωινό του Νοέμβρη του 1996, την εικόνα του 56χρονου Μπερτολούτσι με ένα σκούρο, δερμάτινο νομίζω, μπουφάν, συγκρατώ την απάντησή του, σαν συνοπτικό βιογραφικό και σαν παρακαταθήκη, στην ερώτησή μου «για το πώς βλέπει τους νέους σκηνοθέτες και τη μέθοδο δουλειάς τους»: «Αρχισα να εργάζομαι στη δεκαετία του ’60. Τότε, το σημαντικό για μας ήταν ότι γυρίζαμε μια ταινία για να αφηγηθούμε μια ιστορία. Κάτω όμως από την ιστορία υπήρχε πάντα το ερώτημα “Τι είναι το σινεμά;”. Θέλαμε να αφηγηθούμε μια ιστορία και ταυτόχρονα να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα που έκανε τις ταινίες μας πλουσιότερες. Στην κίνηση της κάμερας θέλαμε να καταγραφεί η ηθική της φόρμας. Για μένα οι σκηνοθέτες διακρίνονται σε αυτούς που θέτουν το ερώτημα και σε αυτούς που δεν το θέτουν. Σήμερα υπάρχει μια διαφορετική προσέγγιση: Ο κινηματογράφος δεν είναι πια ο καθεδρικός ναός στον οποίο προσερχόμαστε με πίστη, για να βρεθούμε μαζί, να ονειρευτούμε μαζί. Ηταν ένα συναίσθημα ξεχωριστό. Στον κινηματογράφο ονειρευόμαστε με ανοιχτά μάτια. Σήμερα πολλοί βλέπουν ταινίες στο βίντεο. Είναι μια διαφορετική εμπειρία, που πρέπει να την αποδεχθούμε. Δεν μπορώ να πω καλή ή κακή. Η αντίθεση, εξάλλου, συνιστά ζωή. Επιπλέον, έχω απολέσει εντελώς την επιθυμία να κρίνω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ