ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παραμένουν επιφυλακτικοί οι επενδυτές για τα ελληνικά ομόλογα και τις μετοχές

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι ασταθής αγορά τη στιγμή που η ανάπτυξη διεθνώς επιβραδύνεται, λέει ο Τζερόεν Μπλόκλαντ, διαχειριστής στη Robeco.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με τα αποτελέσματα εννεαμήνου των ελληνικών τραπεζών καθώς και τις εκροές από τις ελληνικές μετοχές –και ιδίως τις τραπεζικές– λόγω της αναδιάρθρωσης των δεικτών της MSCI, να βρίσκονται πλέον πίσω μας, και με τις ελληνικές και τις ευρωπαϊκές αρχές να έχουν κινητοποιηθεί προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων –ένα ζήτημα που έχει «ταρακουνήσει» έντονα το ελληνικό Χρηματιστήριο– η ορατότητα της αγοράς έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Ωστόσο, οι αναλυτές και οι διαχειριστές κεφαλαίων παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί σε ό,τι αφορά τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, επισημαίνοντας πως παραμένουν σε «απαγορευμένη ζώνη» για τους επενδυτές, καθώς οι παράγοντες που οδήγησαν στο σφυροκόπημα των τραπεζικών μετοχών, στην απαξιωτική εικόνα του ελληνικού χρηματιστηρίου, αλλά και στις πιέσεις γύρω από τα ελληνικά ομόλογα, κάθε άλλο παρά πίσω μας είναι.

Χωρίς στρατηγική

Η ρηχότητα της ελληνικής αγοράς συνεχίζει να την καθιστά ευάλωτη στην αλλαγή της επενδυτικής ψυχολογίας γύρω από το ρίσκο, το διεθνές περιβάλλον παραμένει ασταθές, ενώ η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου από την ελληνική κυβέρνηση και ο αποκλεισμός της χώρας από τις αγορές αποτελούν επίσης εστίες της επενδυτικής ανησυχίας απέναντι στα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.

Επιπλέον, ο προϋπολογισμός του 2019 στέλνει λάθος μήνυμα στις αγορές, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει το Ινστιτούτο Brookings, καθώς το ενδεχόμενο να επικρατήσει η πολιτική σκοπιμότητα, η οποία θα οδηγήσει σε καθυστέρηση στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ενισχύεται λόγω και των επικείμενων εκλογών. Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Τζερόεν Μπλόκλαντ, διαχειριστής στη Robeco, η Ελλάδα παραμένει μια ασταθής αγορά τη στιγμή που η ανάπτυξη διεθνώς επιβραδύνεται και οι κίνδυνοι για το επόμενο διάστημα αυξάνονται, λόγω και της ενίσχυσης των εμπορικών εντάσεων. «Η Ελλάδα χρειάζεται και άλλο χρόνο, έτσι ώστε να βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες (το χρέος της ακόμη φαίνεται μη βιώσιμο μακροπρόθεσμα) αλλά και να υπάρξει ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον στις αγορές. Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος ότι οι επενδυτές θα της τον δώσουν».

Την περασμένη εβδομάδα σημειώθηκε άλμα στις μετοχές των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών μετά τις αναφορές ότι η Κομισιόν επεξεργάζεται μέτρα για την υποβοήθηση των τραπεζών στη μείωση των κόκκινων δανείων, σε συνδυασμό με τη θετική «ετυμηγορία» της Moody’s σχετικά με την πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs). Οι αναλυτές εκφράζουν πάντως αμφιβολίες ότι αυτές οι ενέργειες θα μπορέσουν να βοηθήσουν ουσιαστικά στην αλλαγή του αρνητικού κλίματος.

Τα κόκκινα δάνεια

Οπως επισημαίνει στην «Κ» και ο Μάικλ Χιούσον, επικεφαλής αναλυτής της CMC Markets, η καλύτερη λύση για τη Ελλάδα είναι η δημιουργία μιας bad bank. «H πρόταση των Βρυξελλών ακούγεται καλή στη θεωρία, αλλά δεν κατανοώ πώς οι πιο χαλαροί κανόνες για τα κεφάλαια των τραπεζών μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Αυτό που πρέπει να γίνει στην Ελλάδα είναι μια bad bank μαζί με ένα πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης για τις ελληνικές τράπεζες. Παράλληλα, μια κυβέρνηση που δεσμεύεται να μεταρρυθμίσει την ελληνική οικονομία μπορεί επίσης να βοηθήσει».

Το σχέδιο της ΤτΕ απλώς κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω στον δρόμο και αυτό που χρειάζονται οι ελληνικές τράπεζες είναι μια πιο ξεκάθαρη λύση, με άμεση τόνωση κεφαλαίων και διαγραφές, σημειώνει στην «Κ» διαχειριστής βρετανικού hedge fund. «Η πρόταση της ΤτΕ μπορεί να θεωρηθεί κρατική βοήθεια από τις εποπτικές αρχές, ενώ ένα σημαντικό μέρος του πιστωτικού κινδύνου θα παραμείνει στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών (μέσω της απόκτησης junior ομολόγων)».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ