Γιούλη Επτακοίλη ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Ενας κύκλος φρίκης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«​Παρακαλούσε να την πάνε στο νοσοκομείο». Από χθες αυτή η φράση στριφογυρίζει με ένταση στο μυαλό μου. Την ακούω ξανά και ξανά, έρχεται, φεύγει για λίγο και επιστρέφει ακόμη πιο άγρια, πιο απειλητική. Η Ελένη, η 21χρονη φοιτήτρια, ήταν χτυπημένη αλλά ζούσε και εκλιπαρούσε για τη ζωή της.

Οι συνομήλικοί της είχαν την επιλογή να τη σώσουν. Επέλεξαν να την αποτελειώσουν, να την «ξεφορτωθούν». Την πέταξαν ημίγυμνη στα βράχια. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστικό έλεγχο, είχε εισρεύσει νερό στα πνευμόνια της. Ο θάνατός της επήλθε από πνιγμό. Αν την είχαν μεταφέρει στο νοσοκομείο, σήμερα θα ζούσε. Πληγωμένη, με σημαδεμένη ίσως για πάντα την ψυχή της, φοβισμένη, αλλά θα ζούσε. Αν την είχαν μεταφέρει. Αν είχαν επιλέξει τον δύσκολο δρόμο της παραδοχής του λάθους, αν είχαν το θάρρος να αναμετρηθούν με την ευθύνη. Αν είχαν μάθει να μετράνε τη ζωή ως το ύψιστο, το απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο αγαθό.

Βαρύ αυτό το «αν», δυσκολοχώνευτο και για έναν απλό παρατηρητή αυτής της φρικτής ιστορίας με θύμα ένα νέο κορίτσι. Χθες κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο ένα βίντεο. Δείχνει το μοιραίο βράδυ τον έναν από τους δύο νεαρούς –που πλέον κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και για βιασμό– να περιμένει την Ελένη κάτω από το σπίτι της. Εχει χτυπήσει το κουδούνι του διαμερίσματός της και την περιμένει να κατέβει. Οταν εκείνη εμφανίζεται, της δίνει ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο, την παίρνει αγκαλιά, χάνονται από το πλάνο. Λίγες ώρες αργότερα η Ελένη είναι νεκρή.

Ποιος υπέρμετρος, ασυγκράτητος θυμός έκανε αυτό το φιλί απερίγραπτη βία; Πώς να εξηγηθεί μια τέτοια πράξη, με ποια εργαλεία να ερμηνευθεί η οργή που ξεχειλίζει και τα διαλύει όλα; Πώς συντηρείται και πώς τρέφεται, πώς φωλιάζει αυτό το μίσος στις ψυχές νέων ανθρώπων;

Η Ελένη της Ρόδου, ο Ζακ Κωστόπουλος της Γλάδστωνος, ο Petrit Zifle, «κύριο Πέτρο» τον φώναζαν στο χωριό τον 63χρονο αλβανικής καταγωγής που δολοφονήθηκε από Ελληνα συγχωριανό του στην Κέρκυρα, επειδή διαπληκτίστηκαν για το Μακεδονικό στο καφενείο. Ολοι τους είναι ψηφίδες σε έναν πολιτισμό θυμού που όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, υπάρχει, συντηρείται, θεριεύει επικίνδυνα και θερίζει ζωές.

Η βία γίνεται όλο και πιο ωμή. Οι αντιδράσεις όλο και πιο ακραίες, η αυτοδικία βρίσκει χώρο και υποστηρικτές – κάποιοι με ευκολία επιχειρηματολογούν υπέρ της. Συναισθήματα ανεπεξέργαστα και καταπιεσμένα, οργή ανάμεικτη με θλίψη, σχέσεις επιφανειακές, διαβρωμένοι θεσμοί, οικογένεια και σχολείο σε παρατεταμένη κρίση, σεξουαλική απελευθέρωση χωρίς σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, τηλεοπτικές εκπομπές χωματερές συναισθημάτων. Ο ένας αδειάζει τα «σκουπίδια» του στον άλλον.

Η βία, λεκτική και σωματική, απελευθερώνει περισσότερη βία, όλο και πιο σοκαριστική, όλο και πιο κυνική, όλο και πιο δυσνόητη. Ελένη, Ζακ, κύριος Πέτρος. Ρόδος, Ομόνοια, Κέρκυρα. Η φρίκη ξεδιπλώνεται δίπλα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ