ΕΤΙΚΕΤΕΣ:


Η φωτογραφία του εξωφύλλου του μυθιστορήματος «Σελάνα» του Τάκη Θεοδωρόπουλου (εκδ. Μεταίχμιο) είναι της Ανθής Ξενάκη. 

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Σελάνα
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 359

«Υπνοβάτης μια ζωή Αρχιτέκτονα. Ζούσες σα να ονειρεύεσαι τη ζωή που ζούσες». Ο Ικτίνος είναι ένα όνομα χωρίς βιογραφία, ένας άνθρωπος - σκιά. Πότε γεννήθηκε, πότε και πώς πέθανε, πού έμαθε την τέχνη του; Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δεν θέτει μόνο τα ερωτήματα, έχει και τις απαντήσεις. Χωρίς να προδίδει το μυστήριο του αινίγματος –ίσως μάλιστα και να το επιτείνει– προσφέρει στον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα έναν πολυκύμαντο βίο και στους αναγνώστες ένα απολαυστικό μυθιστόρημα.

Ο συγγραφέας, με τον δοκιμασμένο στον χρόνο εξοπλισμό του στην αρχαία ελληνική και κλασική γραμματεία, βυθίζεται στο εργαστήριο της Ιστορίας και αναδύεται, ανασύροντας γεγονότα πραγματικά και φανταστικά.

Τον τίτλο, «Σελάνα», δίνει η κυρίαρχη παρουσία μιας γυναίκας-γητεύτρας, που παίζει αυλό σε συμπόσια, είναι δημοφιλής για τα χαρίσματά της, έχει κάτι δαιμονικό, που υπερβαίνει τα ανθρώπινα, συμπορεύεται, συμπαρίσταται και καθοδηγεί τον Ικτίνο ώς το τέλος. Παρουσία αισθαντική αλλά και ζωτική. Είναι η ερωμένη, είναι τα μάτια του Αρχιτέκτονα, όταν εκείνος τυφλώνεται, ο σταθερός βηματισμός του σε ένα περιβάλλον που κλυδωνίζεται από τις πολιτικές αναταραχές της εποχής και τις συνωμοσίες. Περιπλανιούνται μαζί, στην Αίγυπτο, στην Κάτω Ιταλία, στην Αθήνα του Περικλή, στην Ελλάδα, ζουν με όλες τις αισθήσεις τους, ενσωματώνοντας και την έννοια της δημοκρατίας, αυτόν τον «συνεχή αγώνα της πόλης με τον εαυτό της», όπως γράφει ο Τ. Θεοδωρόπουλος. Και οι ήρωες μάχονται τον εαυτό τους μέσα σε έναν αιώνα – υπερθέαμα: εργαστήριο πολέμων, δολοπλοκιών, τεχνών, ηδονών, μικρών και μεγάλων θαυμάτων.

Ούτως ή άλλως, αυτή είναι και η βιογραφία του Παρθενώνα, «της κιβωτού της αθηναϊκής ηγεμονίας». Τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στις σελίδες τού μυθιστορήματος είναι υπαρκτά και επινοημένα: ο Κίμωνας, ο Θεσπίων, ο Μίλων, η Δημητρία, ο Πυριλάμπης, η Αξιοθέα, ο Καλλικράτης, ο Φειδίας, ο Περικλής, η Ασπασία, ο Αλκιβιάδης... Η πινακοθήκη του συγγραφέα είναι πλούσια σε συμβάντα και αισθήματα. Και βέβαια η πόλη. Η Αθήνα. Με περιγραφές που δεν «ανήκουν» σε κανέναν αιώνα: «...Την κατάσταση επιδείνωνε η βαριά νέφωση που είχε εγκατασταθεί στο Λεκανοπέδιο, καιρός που οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν σαν παρεκτροπή από τα χρηστά ήθη του κόσμου τους. Εβρεξε κιόλας μια δυο φορές, οι δρόμοι γέμισαν λάσπη ώς το γόνατο, με αποτέλεσμα όλοι να ψάχνουν ευκαιρία για να μη συμφωνήσουν ο ένας με τον άλλον και αφορμές για άκρως δημοκρατικούς καβγάδες».

Παλίμψηστο διαθέσεων

Η φανταστική βιογραφία του Ικτίνου είναι ένα παλίμψηστο ιστοριών και διαθέσεων. «Ιστορίες Ελλήνων, χαρακτήρων ανεξέλεγκτων, αντιφατικών, μπλεγμένων στα δίχτυα της ανθρώπινης κατάστασης». Ο Θεοδωρόπουλος κτίζει με ένταση και χυμούς, χωρίς να λείπει ένας σαρκαστικός στοχασμός, μια εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία κινείται ο αναγνώστης. «Βλέπει» την Αθήνα του 5ου αιώνα, αλλά και τον κόσμο που την περιβάλλει, αισθάνεται, παρακολουθεί το χρονικό της ανέγερσης ενός θαύματος και τις διακυμάνσεις του Αρχιτέκτονά του. Ενός χαρακτήρα που δομείται στην κόψη του ξυραφιού, μεταξύ φαντασίας και ιστορικής πιστότητας, με ατμόσφαιρα που κυκλώνει και παρασύρει. Πότε με τη δύναμη του ψυχογραφήματος: «Ανακάλυψες τα όρια του φωτός και της σκιάς, τα μεταμόρφωσες σε πεντελικό και μέσα τους έκλεισες τη ζωή σου. (...) Εφτιαξες τον ναό για να μπορείς να αντικρίσεις κατάματα το πρόσωπο της ζωής σου, κι ας υποψιαζόσουν, κι ας ήξερες πως αυτό το πρόσωπο, όταν ολοκληρωθεί, δεν θα σου ανήκει. Το άρπαξε η δημοκρατία, το έκανε δικό της και σου άφησε μόνον τη διάνοια της κατασκευής του». Πότε με την υποβλητικότητα της οικονομίας και του μέτρου, όπως στη σκηνή της στιχομυθίας μεταξύ Αλκιβιάδη και Ικτίνου, όταν ο πρώτος ρώτησε τον δεύτερο γιατί έβαλε οχτώ κίονες αντί για έξι στην πρόσοψη του ναού. «Η απάντηση βρίσκεται στο εσωτερικό», του απάντησε. «Τόσο απλά;», απόρησε ο πρώτος. «Τόσο απλά», τον έκοψε ο δεύτερος.

Τη σχέση του Ικτίνου με τη Σελάνα, την προσδιορίζει η ίδια όταν του απαντάει στο ερώτημα γιατί διάλεξε εκείνον και όχι τον ωραίο και πλούσιο Κίμωνα. «Εσύ, με κοιτούσες σαν χαμένος. Λες και έβλεπες θεοφάνεια ή κάτι άλλο που δεν μπορούσες να καταλάβεις τι ακριβώς είναι. Μιλάμε την ίδια γλώσσα (...) Δυο ταξιδιώτες σε άγνωστο τόπο που ψάχνουν τον δρόμο τους για να πάνε αλλού, χωρίς να ξέρουν που είναι αυτό το αλλού».

Ο Τ. Θεοδωρόπουλος μπορεί να ανοίγει την πόρτα του μύθου χωρίς να κλείνει το παράθυρο στην πραγματικότητα. Μπορεί να αποδίδει το φως χωρίς να σβήνει τις σκιές. Επιλέγει να «μιλήσει» στον ήρωά του στο δεύτερο πρόσωπο. Είναι ο δαίμονας του, οι πολλές όψεις του εαυτού; Ποιος ξέρει...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ