O Παναγιώτης Γρηγορίου γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε εκεί έως τα 18 του. Ως παιδί, θυμάται ακόμη τον χρόνο που περνούσε με τον πατέρα του στο κουρείο της γειτονιάς για το καθιερωμένο κούρεμα. «Ήταν ένας τρόπος να δεθούμε, γι’ αυτό νομίζω με πήγαινε», λέει. «Τότε κατάλαβα τι σημαίνει αντροσυζήτηση, πώς αλλάζει η ψυχοσύνθεση του άντρα όταν είναι μόνος του με άλλους άντρες, όταν δεν νιώθει την ανάγκη να κάνει το κοκόρι, όπως όταν εμφανίζεται γυναίκα». Αυτό που του άρεσε ακόμα περισσότερο ήταν ότι κάθε φορά πετύχαιναν περίπου τους ίδιους ανθρώπους. «Οι άντρες έχουν μια σταθερότητα στο πότε κουρεύονται, οπότε, αν πετύχεις κάποιους τη μια φορά, λογικά θα τους πετύχεις και την επόμενη. Κάπως έτσι δημιουργούνταν παρέες». Όταν ήρθε όμως στην Ελλάδα, δεν έβρισκε κάτι αντίστοιχο να συνεχίσει την παράδοση. 

 


Στο «Κerk's Barbershop» όλοι μοιάζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους, αλληλοπειράζονται, χαιρετιούνται. Το κλίμα είναι φιλικό.

 

Η χαμένη αίγλη των κουρείων 

Και είναι λογικό. Τα παλιά κουρεία που ευδοκίμησαν τις δεκαετίες του ’40, του ’50, του '60 έχασαν την αίγλη τους στα ’80s, όταν εμφανίστηκαν τα κομμωτήρια unisex. Οι νέοι άντρες μεταφέρθηκαν εκεί και τα κουρεία έγιναν φολκλόρ, κράτησαν μόνο τους ηλικιωμένους και δεν ακολούθησαν τις νέες τάσεις. Ο άντρας επί δεκαετίες βρέθηκε στο περιθώριο της «περιποίησης», στα κομμωτήρια ήταν του «δεκάρικου», που τον τελειώνεις γρήγορα για να αδειάσει την καρέκλα, ενώ και ο ίδιος κουβαλούσε ταμπού που τον απέτρεπαν να φροντίσει την εμφάνισή του.

Ο κ. Γρηγορίου πέρασε αρκετά χρόνια με τη σκέψη του κουρείου. Ο επαγγελματικός του δρόμος τον πήγε αλλού, ασχολήθηκε με το μάρκετινγκ, εργάστηκε για πολλά χρόνια σε μεγάλες εταιρείες όπως τα τσιμέντα Τιτάν, μανιακός όμως καθώς ήταν με τις αντίκες, μάζευε έπιπλα κουρείων επί χρόνια. «Όλα ξεκίνησαν με αυτή την καρέκλα», μου λέει και μου δείχνει τη μία εκ των δύο που στέκουν τώρα στο δικό του barber shop, το πρώτο του είδους που άνοιξε στην Αθήνα, το «1900», στην οδό Πλουτάρχου στο Κολωνάκι. Ο χώρος προδίδει την αισθητική του. «Έχω φτιάξει μια φούσκα αισθητικής και ζω μέσα σε αυτήν», λέει. Εξαιρετικής αισθητικής, για να λέμε την αλήθεια. Ρετρό, με πίνακες, γκραβούρες και παρτιτούρες στους τοίχους, καλά ουίσκι έτοιμα να κεραστούν στον πελάτη, μουσικές να παίζουν – από όπερα μέχρι παράξενες τζαζιές. «Το 2007 αποφάσισα ότι θέλω να φτιάξω έναν τέτοιο χώρο, να αναπαραστήσω την αίσθηση που είχα μικρός στο κουρείο, αλλά ένα κουρείο άλλου τύπου. Οι περισσότεροι με κορόιδευαν, έλεγαν “θες να γίνεις μπαρμπέρης;”. Όμως σκέφτηκα “δεν θα υπάρχουν άλλοι 300 σαν κι εμένα; Ένα ξυραφάκι που είδαν, τη μυρωδιά μιας Μυρτώ που μύρισαν, το baby powder που τους έλουζε η μαμά τους, κάτι θα τους κάνει κλικ, δεν μπορεί να στριμώχνονται ανάμεσα σε μπικουτί. Κάπως έτσι ξεκίνησε το "1900"». 

Ο πρώτος χρόνος ήταν δύσκολος, καθώς συνέπεσε με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τα επεισόδια που ακολούθησαν. Όμως επέμεινε. Και όχι μόνο απογειώθηκε, αλλά έδωσε και ώθηση στη νέα τάση. Από το 2010 και μετά, barber shops άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού.

 


Οι πελάτες στο Peaky Barbers στο Κουκάκι είναι όλων των ηλικιών!

 

Απενοχοποίηση τώρα!

Το θετικό με αυτή τη μόδα που φούντωσε στα μέσα της δεκαετίας και βρίσκεται ακόμη σε άνοδο ήταν ότι οι άντρες ένιωσαν άνετα να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους σε σχέση με την περιποίηση της εμφάνισής τους. «Ο άντρας ξαναβρήκε τον χώρο του, είπε “δεν είμαι μόνο κουβαλητής που όλο δουλεύω, είμαι άλογο κούρσας και δικαιούμαι να φροντίσω την εμφάνισή μου, που είναι εξίσου σημαντική και στα δύο φύλα”», λέει ο Γιάννης Σακελλαράκης, ιδιοκτήτης του «Don Barber & Groom» στο Κολωνάκι, που προσφέρει μια πλήρη γκάμα υπηρεσιών περιποίησης, από κούρεμα και grooming για το μούσι μέχρι μανικιούρ-πεντικιούρ, θεραπείες προσώπου, αποτριχώσεις, μασάζ. «Κατάλαβα ότι ένας τέτοιος χώρος θα είχε επιτυχία, όταν δούλευα σε κομμωτήριο και έρχονταν άντρες και ζητούσαν στα κρυφά υπηρεσίες που ντρέπονταν να κάνουν μπροστά σε γυναίκες». Κάπως έτσι, από το πρώτο «Don Barber» των 35 τ.μ., που άνοιξε το 2012, μέσα σε λίγα χρόνια μεταφέρθηκε σε ένα σχεδόν τριπλάσιου μεγέθους.  

Παλιές «καραβάνες» είναι και οι «Los Barberos» στον Άγιο Ελευθέριο, που συνέχισαν την παράδοση του προϋπάρχοντος κουρείου όταν ανέλαβαν το 2001. «Προσπαθούμε να δώσουμε στο κουρείο την παλιά του αίγλη», λέει ο ιδιοκτήτης, Νίκος Φερεντίνος. «Τα κουρεία είναι και ένας χώρος συνάθροισης και χαλάρωσης, οι επισκέπτες δημιουργούν φιλίες, ανταλλάσσουν απόψεις, θα έλεγα πως οι «Los Barberos» λειτουργούν πια ως ανδρική λέσχη. Μια λέσχη ανοιχτή σε όλους». Και δεν ντρέπονται πια να φροντίσουν την εμφάνισή τους; «Aπενοχοποιoύνται διαρκώς, και αυτό είναι καλό. Η εξωτερική εμφάνιση μας ενδιαφέρει όλους, βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ψυχολογία μας. Η επιθυμία να είσαι ο καλύτερος εαυτός σου βοηθά σε πολλά επίπεδα. Γιατί να ντραπούν λοιπόν;» 

Στο «Kerk’s Barbershop» στην Πανόρμου, ο Κυριάκος Βασιλόπουλος, ιδιοκτήτης και αρχι-κουρέας, στριμώχνεται ανάμεσα στον κόσμο που περιμένει τη σειρά του. Το μαγαζί του είναι μικρό, αλλά cosy, έχει σταθερή πελατεία, όλοι μέσα μοιάζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους, αλληλοπειράζονται, χαιρετιούνται. «Σκέψου πόσους ανθρώπους στη ζωή σου αφήνεις να σου πιάνουν το κεφάλι; Πόσους επιτρέπεις να έρθουν τόσο κοντά στο πρόσωπό σου όσο χρειάζεται για ένα ξύρισμα; Το αντικείμενο είναι λεπτό, το δέσιμο με τον κουρέα μεγάλο, χρειάζεται εμπιστοσύνη».  

Γι’ αυτό και ο πελάτης του κουρείου, αλλά και η πελάτισσα του κομμωτηρίου, είναι αφοσιωμένοι, δεν φεύγουν εύκολα από τον κουρέα ή τον κομμωτή τους. «Ο άντρας ακόμα περισσότερο», λέει ο κ. Σακελλαράκης. «Αν βρει αυτό που θέλει, δεν φεύγει με τίποτα, γιατί του είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να το εξηγεί ξανά και ξανά. Ψάχνει να κάνει μια πιο προσωπική σχέση με τον κουρέα του. Εγώ, όμως, δεν επιδιώκω να λέει εδώ τα σώψυχά του. Δεν μιλάμε ποτέ για πολιτικά ή αθλητικά. Με ενδιαφέρει περισσότερο να κάνουμε χαβαλέ, να τον βγάλω από την καθημερινότητά του, να ξεχαστεί».  

 


Στο «1900» θα ακούσεις πάντα ωραίες μουσικές, ενώ οι πελάτες συνοδεύουν συχνά το κούρεμα ή το ξύρισμά τους με ένα ουίσκι.

 

Κλείνουν τα κινητά!

«Εδώ βρίσκουν ένα μισάωρο μόνο για τον εαυτό τους. Το ξέρεις ότι κλείνουν τα κινητά τους όταν κάθονται στην καρέκλα;» μου λένε ο Αντρέας και ο Γιώργος Κρασνίκης, ιδιοκτήτες του –πιο καινούργιου– «Peaky Barbers», στο Κουκάκι. Εδώ έρχονται από πιτσιρίκια μέχρι και ο 90χρονος διαχειριστής της πολυκατοικίας, τουρίστες, εργαζόμενοι της περιοχής. «Συζητούν τα πάντα, μιλούν πολύ για τα προσωπικά τους, ενώ κάνουν και συζητήσεις μεταξύ τους, πετάγεται ο ένας και συμπληρώνει τον άλλον. Η μόνη περίπτωση που πέφτει σιωπή είναι όταν μπαίνει γυναίκα, εκεί κομπλάρουν και σταματούν». Μπαίνουν και γυναίκες; «Όχι για να κουρευτούν, δεν κάνουμε γυναικείες κομμώσεις, όμως έρχονται καμιά φορά με τον φίλο, τον γιο ή τον σύζυγό τους. Ε, λοιπόν, δεν υπάρχει γυναίκα που να μην έχει σηκωθεί να πει “κάν’ του τα έτσι”. Δικαίως βέβαια, αφού πολλοί τις κοιτάνε και ζητούν την έγκριση, τη συμβουλή τους». Ο Κυριάκος Βασιλόπουλος γελάει όταν του αναφέρω το θέμα. «Εγώ τους καταλαβαίνω από την αρχή. Τους ρωτάς πώς θα τα κάνουμε και γυρνάνε να κοιτάξουν το κορίτσι τους. “Άσε, φίλε μου, θα μιλήσω στο αφεντικό”, τους λέω και γελάμε. Αλλά πολλοί έρχονται διαβασμένοι. Σου δείχνουν φωτογραφίες, ψάχνουν τα στιλ, ακούν κι εσένα, και αυτό είναι σημαντικό. Γιατί πολλά πράγματα που θέλει κανείς να κάνει στο κεφάλι ή στο μούσι του δεν του ταιριάζουν. Είναι σημαντικό να ακούει. Δεν μπορεί να μου έρχεσαι με τη φωτογραφία του Νεϊμάρ και να περιμένεις ότι αυτό μπορείς να το υποστηρίξεις. Κατ’ αρχάς, θέλει κούρεμα κάθε πέντε ημέρες, πρέπει να μπορείς να τα φτιάξεις και μόνος σου. Οι περισσότεροι ακούν, προσαρμόζονται. Πάντως, όταν έχει Εuro ή Μουντιάλ, αυξάνονται αυτά τα αιτήματα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια αυτό που κυρίως ζητούσαν ήταν το κούρεμα των Peaky Blinders!» 

«Εμένα αρχικός μου στόχος όταν έφτιαχνα το "1900"», λέει ο Παναγιώτης Γρηγορίου, «ήταν να καταφέρω τη γυναίκα να πει στον άντρα της "έχω δει ένα ωραίο κουρείο, πήγαινε εκεί να κουρευτείς". Άπαξ κι εκείνος έρθει, κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο, στη μουσική, φεύγει για λίγο από τον κόσμο της ΙΚΕΑ και κυρίως μένει μόνος του, κάτι που δεν συνηθίζει. Γιατί, όταν πέφτει η πετσέτα του ξυρίσματος, μένεις μόνος με τον εαυτό σου. Αυτό του προσφέρουμε». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ