ΠΟΛΗ

Μια παλιά πολυκατοικία και η αύρα του Ηλία Βενέζη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το εσωτερικό της μεσοπολεμικής πολυκατοικίας στην οδό Σπυρίδωνος Τρικούπη 54, στα Εξάρχεια. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μια ανάσα από το Πεδίον του Αρεως, η απόληξη της Σπυρίδωνος Τρικούπη, που πλέον λέγεται Σπύρου Τρικούπη σύμφωνα με τις πινακίδες, είναι σαν μια αστική ενδοχώρα του πάρκου. Από ένα μπαλκόνι στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας (με ρετιρέ ήδη από τον δεύτερο όροφο) έβλεπα πλαγίως το πράσινο ξέφωτο, που από εκείνη τη γωνία φαινόταν μικρό. Ηταν όμως σχεδόν δίπλα. «Αν δείτε παλιές φωτογραφίες από το ίδιο μπαλκόνι», μου είπαν, «πριν χτιστούν οι διπλανές πολυκατοικίες, το Πεδίον του Αρεως φαινόταν καθαρά».

Η πολυκατοικία στο 54 της Σπυρίδωνος Τρικούπη θα πρέπει να χτίστηκε στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’30, ήταν λιτή, με εκείνη τη συγκρατημένη επισημότητα μιας καλής συνοικίας, όπως ήταν τότε η περιοχή του πάρκου, που και εκείνο στη δεκαετία του ’30 ήταν κάτι «νέο». Οι Αθηναίοι έσπευδαν. Πολλές καινοτομίες βίωναν τότε οι κάτοικοι της Αθήνας. Το Πεδίον του Αρεως ήταν μια κατάκτηση, όπως και η δημιουργία, την ίδια περίπου εποχή, της Φωκίωνος Νέγρη. Το φράγμα του Μαραθώνα έφερνε νερό στα σπίτια και ο νόμος για τις πολυκατοικίες ήταν σε ισχύ από το 1929.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς ανέβαινα τις σκάλες για τον τρίτο όροφο στη μεσοπολεμική αυτή πολυκατοικία της Σπυρίδωνος Τρικούπη. Ασανσέρ δεν υπήρχε, κάτι που με εξέπληξε, αλλά ίσως επειδή το οικόπεδο ήταν μικρό και τα τετραγωνικά δεν έβγαιναν ή ενδεχομένως για λόγους οικονομίας, καθώς οι πολυκατοικίες ήταν τότε ιδιόκτητες, οι σκάλες έμειναν ως μόνη επιλογή. Είχα έτσι την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά τα παράθυρα του ακάλυπτου που έφερναν φως στο κλιμακοστάσιο, τυλίγοντάς με στην αύρα μιας αμήχανης αρ ντεκό, και κυρίως να δω τις παλιές πόρτες των διαμερισμάτων, δηλαδή όσες είχαν επιβιώσει, καθώς αντικαθίστανται κατά κανόνα από τις νεότερες που παρέχουν ασφάλεια. Υπήρχε ωστόσο έντονη η αίσθηση ενός αυθεντικού κλωβού εποχής. Περπατούσα μέσα του και μάλιστα σε μια ανοδική κλίμακα, με το φως να αλλάζει τις σκιές ανάμεσα στα σκαλοπάτια και τους κυρτούς τοίχους του κλιμακοστασίου.

Σκεφτόμουν ότι αυτή την αίσθηση την είχα μέσα σε μια ωραία μεν, κοινή πολυκατοικία δε, ας πούμε του 1938, μία από τις πολλές που χτίστηκαν στην Αθήνα πριν από την Κατοχή. H συγκεκριμένη, που με είχε ρουφήξει στην κοιλιά της, ήταν στιβαρά γεωμετρημένη στην πρόσοψη, με γνήσιους αρ ντεκό μαιάνδρους στα κάγκελα και με τον πρωτότυπο αριθμό 54 στην κεφαλή της εξώθυρας, υπόμνηση της υποτιμημένης γραφιστικής κουλτούρας της Αθήνας. Επειδή ακριβώς αυτή η συμπαθής πολυκατοικία δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, αν σκεφτεί κανείς μεγάλο αριθμό άξιων συνομηλίκων της, την έβλεπα με περισσή συμπάθεια. Ακτινοβολούσε τον χρυσό μέσο όρο.

Ωστόσο, ανέβαινα με πλησμονή, καθώς είχα προσκληθεί να δω το διαμέρισμα όπου έμενε κάποτε ο Ηλίας Βενέζης. Ηταν ένα σκίρτημα στον αθηναϊκό χρόνο, που κάθε άλλο παρά ασάλευτος μένει, που, μαζί, γεννούσε τη σκέψη ότι αυτό που συμβαίνει κάποτε μπορεί να ξαναβγεί στο φως δεκαετίες αργότερα. Απολάμβανα μια καλή συγκυρία και έφερνα και πάλι στον νου τη σκέψη ότι ο Βενέζης και η οικογένειά του ανεβοκατέβαιναν τις ίδιες σκάλες από το 1939 έως το 1957. Οταν έφτασα πάνω, μέσα στην ατμόσφαιρα ενός θαυμάσιου σύγχρονου διαμερίσματος, με όλα όσα έπρεπε να κρατηθούν να λάμπουν φροντισμένα, βγήκα στη βεράντα να ρουφήξω τον αέρα. Ο ήλιος έλουζε όλα τα ρετιρέ, από τις δύο μεριές του δρόμου, και το πάρκο πρασίνιζε ασημωμένο στο φως. Επρεπε να σκύψεις για να το δεις, αλλά ήταν εκεί, και προς στιγμήν σκέφτηκα πώς θα ήταν να διαβάζει κανείς τη «Γαλήνη» σε εκείνη τη βεράντα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη