Όταν το 2013 ο τότε παίκτης (και σήμερα προπονητής) της ποδοσφαιρικής ομάδας αστέγων Γιάννης Κώτσος έμαθε ότι κάποιοι ξεκινούσαν να φτιάξουν στην Ελλάδα ένα περιοδικό δρόμου στα πρότυπα του βρετανικού «Big Issue», ήταν άνεργος και στα όρια της αστεγίας. Η «Σχεδία» ήρθε σαν μάννα εξ ουρανού· ήταν στους πρώτους δέκα πωλητές του περιοδικού. Σήμερα που τον συναντώ στον νέο πολυχώρο, που περιλαμβάνει εστιατόριο (με την υπογραφή του Λευτέρη Λαζάρου στο μενού), μπαρ, art shop, εργαστήρια, αλλά και τα γραφεία του περιοδικού, είναι πλέον μάγειρας!  Ή, καλύτερα, εκπαιδευόμενος μάγειρας στα χέρια του σεφ Λαζάρου και της ομάδας του. 

 


Τα σπιτάκια από επαναχρησιμοποιημένο χαρτί που κρέμονται από την οροφή του εστιατορίου είναι 43, όσοι και οι άνθρωποι που βρήκαν μια στέγη χάρη στην ενασχόλησή τους με τη Σχεδία. (© Άγγελος Γιωτόπουλος) 

 

Η γέννηση ενός περιοδικού

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Η «Σχεδία» γεννήθηκε από τη φιλόδοξη ιδέα του Χρήστου Αλεφάντη, πριν από έξι χρόνια. Δημοσιογράφος ο ίδιος από το 1990, αλλά και ενεργός πολίτης, έμαθε για τον κόσμο των περιοδικών δρόμου όταν βοηθούσε στην ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα αστέγων. «Από το 2007 ήξερα ότι θα κάνουμε κάτι αντίστοιχο και στην Ελλάδα», μου λέει σήμερα. «Μας πήρε έξι χρόνια, γιατί έπρεπε να μάθουμε πώς γίνεται και να βρούμε χρήματα. Φάγαμε πολλές απορρίψεις, μέχρι που Σκωτσέζοι συνάδελφοί μας πρότειναν να πάμε στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, γιατί ήξεραν ότι είχε χρηματοδοτήσει ένα περιοδικό δρόμου στο Μαλάουι. Πήγαμε το 2012, με το πλάνο μας. Μας έκαναν “φύλλο και φτερό” για έξι μήνες, χωρίς ποτέ να μας ρωτήσουν ή να υπαγορεύσουν τι θα γράφουμε. Και τέλος μας έδωσαν 80.000 ευρώ, γιατί τους πείσαμε ότι μπορούμε να είμαστε βιώσιμοι».

Μετά το πρώτο δύσκολο διάστημα, όταν ο κόσμος δεν ήξερε ακόμα την προσπάθεια και οι πωλητές της «Σχεδίας» αντιμετωπίζονταν με καχυποψία, το εγχείρημα πήγε καλά. Ξεκίνησαν με δέκα πωλητές και σήμερα έχουν γύρω στα εκατόν πενήντα άτομα, ενώ το περιοδικό, που βγαίνει κάθε τελευταία Τετάρτη του μήνα, πουλάει περισσότερα από 24.000 φύλλα – έχει δηλαδή πιθανότατα την υψηλότερη κυκλοφορία μηνιαίου περιοδικού στη χώρα! 

Τα τεύχη που δεν πωλούνταν ο Χρήστος Αλεφάντης δεν τα έστελνε για ανακύκλωση, τα κρατούσε στις αποθήκες. «Το αγαπάω πολύ το χαρτί, ήμουν από αυτούς που κρατούσα στοίβες εφημερίδες στο σπίτι, και η μάνα μου ούρλιαζε. Ήθελα να βρω μια ιδέα να το κάνουμε κάτι αυτό το χαρτί». Το 2014 έπεσε η ιδέα αυτό το κάτι να είναι ένα φωτιστικό, ένα κόσμημα, ένα σουβέρ. Να επαναχρησιμοποιηθεί δηλαδή, για να φτιαχτούν αντικείμενα τέχνης. «Χαρήκαμε πολύ με αυτή την ιδέα και το 2016 απευθυνθήκαμε σε διανομείς του περιοδικού, κυρίως άνω των 50, που είναι βαθιά αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας, για να συμμετάσχουν σε μαθήματα επαναχρησιμοποίησης χαρτιού. Θέλαμε να δούμε αν γίνεται. Από τους πρώτους πέντε που εκδήλωσαν ενδιαφέρον φτάσαμε εδώ: να έχουμε ένα κανονικό εργαστήρι. Η Κριστιάν, πρώην πωλήτρια του περιοδικού, που κάνει αυτή τη δουλειά σήμερα, κόλλησε έτσι το πρώτο της ένσημο, στα 61 της!» 

 


© Βαγγέλης Ζαβός

 

Γιατί όχι και εστιατόριο;

Αφού άρχισαν να φτιάχνουν τα αντικείμενα, προέκυψε η ανάγκη να βρεθεί ένας χώρος ώστε αυτά να πωλούνται κι έτσι να λειτουργήσει το μοντέλο υποστήριξης. «Ψάχναμε έναν χώρο στο κέντρο, γιατί πιστεύαμε ότι αυτό το πρότζεκτ ανήκει στο κέντρο. Και για ουσιαστικούς, και για συμβολικούς λόγους. Δεν θέλαμε οι άνθρωποι αυτοί να είναι στις παρυφές της πόλης, διότι αξίζουν να είναι στο κέντρο όσο εσύ κι εγώ». Δεν ήταν εύκολη η ανεύρεση χώρου. Στον ενάμιση χρόνο αναζήτησης, έπεσε μία ιδέα ακόμα. Γιατί να μη φτιάξουν μαζί με το art shop και έναν χώρο εστίασης, όπως έχουν τα καταστήματα των μουσείων; Τότε μπήκε στην ιστορία ο Λευτέρης Λαζάρου.  

«Είναι σπουδαίο να πιάνεις έναν άνθρωπο από το χέρι και να τον σηκώνεις ξανά ψηλά». Ο Λευτέρης Λαζάρου τα λέει πάντα τρυφερά. Μάλλον γιατί τα νιώθει έτσι. Όταν οι άνθρωποι της «Σχεδίας» τον πλησίασαν για να του προτείνουν να τους βοηθήσει, δέχτηκε αμέσως. «Ήξερα την προσπάθεια της “Σχεδίας”, όποτε μπορούσα έβγαινα και πουλούσα το περιοδικό στον δρόμο, για να βοηθήσω τους πωλητές. Αγαπούσα το έντυπο. Νομίζω ότι με αυτό το θάρρος ζήτησαν τη βοήθειά μου. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά για να πω ναι, το να ξαναβάλεις ανθρώπους στη ζωή που για διάφορους λόγους έχουν βρεθεί στο περιθώριο είναι ένας σκοπός ιερός». Και δύσκολος. «Στην αρχή είπα ότι θα φτιάξω το μενού, αλλά ο χρόνος μου από κει και πέρα είναι περιορισμένος. Όμως μπαίνοντας σε αυτό, το αγάπησα ακόμη πιο πολύ. Τελικά έκοψα χρόνο από αλλού, για να τον δώσω εκεί. Ο συνεργάτης μου Γιάννης Υφαντίδης αγκάλιασε την ιδέα και μαζί και με άλλα παιδιά από το Βαρούλκο εκπαιδεύσαμε τους ανθρώπους και τώρα “τρέχουν” μαζί τους το μενού. Μόνο κριτήριο για να πάρουμε κάποιον στην ομάδα ήταν να ξέρει να βράσει ένα αυγό. Και τώρα μαγειρεύουν επαγγελματικά. Ήθελα να φτιάξουμε το φαγάκι της μαμάς, να ξυπνήσουμε μνήμες στους ανθρώπους που θα επισκεφθούν τη “Σχεδία”. Να το κάνουν στέκι κι έτσι, τρώγοντας έναν μεζέ εδώ, για μας να είναι μια έξτρα θέση εργασίας. Εύκολο δεν ήταν, όμως όταν έχεις καλή διάθεση και μπολιάζεσαι με το όραμα, γίνεται εύκολο. Έχουν δίψα και έχουν και ανάγκη κάποιος να τους εμπιστευτεί. Απολαμβάνω αυτή τη ζεστασιά, νιώθω την ανάγκη να τους ευχαριστήσω, γιατί μου έδωσαν μεγάλη χαρά και πήρα κάτι που οι ρυθμοί της ζωής καμιά φορά μάς κάνει να ξεχνάμε: την ανθρωπιά».

 


© Βαγγέλης Ζαβός

 

Αφελείς με business plan

Περιττό να αναφέρω ότι ο Λευτέρης Λαζάρου και η ομάδα του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν. Όπως και ο μπαρτέντερ Πέτρος Μυτιληναίος, που σχεδίασε τον κατάλογο των κοκτέιλ. Όπως και ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Ποτηρόπουλος, που σχεδίασε τον χώρο. Τα χρήματα για την ανακαίνιση ήρθαν από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ενώ το ίδιο το κτίριο νοικιάστηκε μεν, αλλά με καλύτερους όρους, καθώς ο ιδιοκτήτης του ήξερε τη “Σχεδία” και ήταν το μόνο πρότζεκτ στο οποίο θέλησε να παραχωρήσει το κτίριο που κουβαλάει την οικογενειακή του ιστορία. «Εγώ νομίζω ότι εδώ έχουν συγκεντρωθεί οι δυνάμεις του καλού σε μια υπέροχη προσπάθεια», λέει ο κ. Αλεφάντης. «Θα με πεις αφελή, αλλά εμείς έτσι λειτουργούμε τόσα χρόνια: είμαστε αφελείς με business plan». Το αποτέλεσμα είναι ότι με την κουζίνα, τη λάντζα, το μπαρ, το σέρβις, το πωλητήριο, σύντομα και το ντελίβερι που θα ξεκινήσει, πάνω από είκοσι άνθρωποι έχουν δουλειά. 

«Η “Σχεδία” σε βοηθάει να πατήσεις στα πόδια σου. Αυτό έκανα κι εγώ. Γίναμε πωλητές μαζί με τη γυναίκα μου από την αρχή και καταφέραμε να εξοφλήσουμε τα νοίκια μας, να μην καταφύγουμε σε ξενώνα. Αλλά η “Σχεδία” δεν φτάνει, πρέπει να το θες κι εσύ. Σου δίνει ένα έναυσμα να σηκωθείς το πρωί, να κινητοποιηθείς. Δεν σου δίνει ένα πιάτο φαΐ και σου λέει “φάε”. Αυτό δεν θα είχε νόημα. Με έκανε να ξαναρχίσω, να ξαναπιστέψω». Ο Γιάννης Κώτσος ήταν από τους πρώτους που εκδήλωσε ενδιαφέρον να μπει στην κουζίνα του νέου χώρου. «Μαγείρευα ερασιτεχνικά όποτε μπορούσα, ήξερα να βράζω ένα αυγό, που λέει κι ο Λαζάρου», λέει και γελάει. «Αλλά μου άρεσε, μου άρεσαν οι πειραματισμοί στο φαγητό, έβλεπα τις μαγειρικές εκπομπές και θαύμαζα αυτά τα παράξενα που έλεγαν και δεν ήξερα καν τι σημαίνουν. Έλεγα τι είναι το μπλανσάρισμα και τώρα το κάνω. Ένιωθα πως αυτός είναι ένας άλλος κόσμος, και τώρα είμαι σε αυτόν τον κόσμο!» 

Τώρα έχει το σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά, μια αγροικία στο Μαρκόπουλο σε ένα περιβόλι που έχει όλα τα καλούδια. «Είσαι η πρώτη που το λέω, αλλά σκέφτομαι τον χειμώνα να πάω σε μια σχολή μαγειρικής, τόσο μου αρέσει. Εγώ το εστιατόριο εδώ το βλέπω πολύ συμβολικά. Όταν έγινα πωλητής της “Σχεδίας”, από τους πρώτους δέκα, ήταν δύσκολα τα πράγματα. Ο κόσμος δεν μας ήξερε, ήταν επιφυλακτικός. Περάσαμε πολλά μέχρι να μαθευτεί. Ύστερα πήραμε πολλή αγάπη – δεν ήταν τα λεφτά μόνο, ήταν η καλημέρα που σου έλεγαν, το ενδιαφέρον που έδειχναν. Έτσι, αφού βγήκαμε στον κόσμο, δείξαμε ποιοι είμαστε, τώρα ανοίγουμε τις πόρτες μας και περιμένουμε εκείνους να έρθουν σπίτι μας. Ήρθε η ώρα να τους φροντίσουμε εμείς».  ■

Σχεδία Home, Κολοκοτρώνη 56 & Νικίου 2, Σύνταγμα T 2130231220, καθημερινά 8 π.μ.-3 π.μ.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ