ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παραμένει στην 3η κατηγορία της Ε.Ε. η Ελλάδα στην καινοτομία

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Βελτιώθηκαν οι επιδόσεις της Ελλάδας στον τομέα της καινοτομίας κατά την περίοδο 2010-2018. Αν και η χώρα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, εντούτοις φαίνεται ότι τα τελευταία εννέα χρόνια υπήρξε μείωση του χάσματος καινοτομίας μεταξύ Ελλάδος και Ευρωπαϊκής Ενωσης. 

Η τελευταία αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορά την καινοτομία στις χώρες-μέλη της Ε.Ε., European Innovation Scoreboard (ΕIS) 2019, παρουσιάζει την Ελλάδα με δείκτη καινοτομίας 81,6. Κατατάσσεται έτσι στην 20ή θέση μεταξύ των 28 χωρών-μελών της Ε.Ε. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μας στην τρίτη κατηγορία χωρών της Ενωσης, όπου συμμετέχουν οι χώρες με δείκτη καινοτομίας 60 έως 100. Πρόκειται για κράτη με μέτριες επιδόσεις στον τομέα της καινοτομίας, δεδομένου ότι οι χώρες με ισχυρές επιδόσεις παρουσιάζουν δείκτη καινοτομίας άνω του 100 (που αντιστοιχεί στον ευρωπαϊκό μέσο όρο). Οι ευρωπαϊκές χώρες με κορυφαίες επιδόσεις στη καινοτομία, είναι κυρίως οι σκανδιναβικές, οι οποίες παρουσιάζουν τιμές δείκτη καινοτομίας άνω του 120. Πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην καινοτομία αναδείχθηκε η Σουηδία με τιμή δείκτη 147,47, ενώ τελευταία κατετάγη η Ρουμανία με τιμή δείκτη 34,13.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με το EIS 2019, βελτίωσε σημαντικά τη θέση της τα τελευταία χρόνια. O δείκτης καινοτομίας που παρουσιάζει βρίσκεται κοντά στους δείκτες που έχουν άλλες μεσογειακές χώρες, όπως π.χ. Ισπανία (σύμφωνα με τα στοιχεία του EIS 2019, η χώρα παρουσίασε δείκτη καινοτομίας 61 το 2011 –με στοιχεία του 2010– και σταδιακά ανήλθε στο 81,6 το 2019 – με στοιχεία του 2018). Μάλιστα, η μεγάλη αύξηση του δείκτη καινοτομίας φαίνεται να συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια, οπότε αυξήθηκαν υπέρμετρα ορισμένοι επιμέρους δείκτες, όπως π.χ. οι δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη. Το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) της Ελλάδος έχει αυξήσει σημαντικά τους δείκτες δαπανών έρευνας και ανάπτυξης, ειδικά εκείνες που σχετίζονται με τον ιδιωτικό τομέα. Ως αποτέλεσμα, οι συνολικές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης εκτιμάται ότι πέρυσι ξεπέρασαν –έστω και οριακά-– το 1% του ΑΕΠ. Παραμένουν βεβαίως υποδεέστερες από εκείνες του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που ξεπερνά το 2% του ΑΕΠ, αλλά είναι σημαντικά αυξημένες σε σχέση με εκείνες των αρχών της δεκαετίας του 2010, όπου κυμαίνονταν γύρω στο 0,6% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, δεν είναι μόνον οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης που βελτιώνουν τη θέση της χώρας. Η αναλογία αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον πληθυσμό και οι καλές επιδόσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα ανεβάζουν την κατάταξη της χώρας στο ΕΙS 2019. Η αξιολόγηση δείχνει ότι η χώρα μας εμφανίζει υψηλότερες επιδόσεις του μέσου όρου (άνω του 100) σε έξι επιμέρους δείκτες, ενώ, αντιθέτως, εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις (μέτριες ή ακόμη και ιδιαίτερα χαμηλές) σε 18 επιμέρους δείκτες.

Οι πιο χαμηλές επιδόσεις σημειώνονται στην προσέλκυση υψηλά καταρτισμένου προσωπικού (ξένοι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων), όπου η χώρα βαθμολογείται με μόλις 5,9, και στον δείκτη εξαγωγών αγαθών μέτριας και υψηλής τεχνολογικής αξίας με τιμή επιμέρους δείκτη 8,9. Η χώρα ακόμη υστερεί σε ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες), στη φιλικότητα του περιβάλλοντος προσέλκυσης ξένων και καινοτόμων επιχειρήσεων, στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση κ.α.

Η καινοτομία στην Ε.Ε., σύμφωνα με το EIS 2019, βρίσκεται σε αντίστοιχο επίπεδο με εκείνο των ΗΠΑ (τιμή δείκτη καινοτομίας 99). Αντιθέτως, υστερεί σε σχέση με πολλές χώρες του πλανήτη, όπως η Ιαπωνία (111), η Αυστραλία (112), ο Καναδάς (118) και η Νότια Κορέα (137). Ωστόσο, υπερτερεί της Κίνας (80) και της Ινδίας, όπου ο δείκτης καινοτομίας βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (39).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ