Η σημαντικότερη ηθοποιός της γενιάς της, η Πρώτη Κυρία του Χόλιγουντ, που έχει προταθεί για Όσκαρ είκοσι μία φορές (αριθμός ρεκόρ) και έχει κερδίσει τρία χρυσά αγαλματίδια, μερικές φορές απλώς θα ήθελε να μείνει σπίτι και να σκεφτεί τι της κάνει όρεξη να φάει για βραδινό αντί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής σε κάποια λαμπερή εκδήλωση. 

Έχοντας κλείσει μόλις τα 70 της χρόνια (έχει γεννηθεί στις 22 Ιουνίου 1949), η Μέριλ Στριπ έχει ήδη μια πολύ γεμάτη καθημερινότητα, καθώς πρόσφατα απέκτησε το πρώτο της εγγόνι, ενώ ο κήπος της είναι γεμάτος με λαχανικά και λουλούδια, που αρέσκεται να φροντίζει. Στο γραφείο της όμως καταφθάνουν συνεχώς νέα, πολύ ενδιαφέροντα σενάρια και όταν, μελετώντας τα, συναντήσει έναν χαρακτήρα που κάνει την καρδιά της να χτυπήσει ξέφρενα, ξέρει ότι θέλει να τον ενσαρκώσει. Γι’ αυτό και, όπως έχει ομολογήσει αρκετές φορές, ακόμα και έπειτα από τέσσερις δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας σε θεατρικές σκηνές, κινηματογραφικά σετ και τηλεοπτικά πλατό, εξακολουθούν να παλεύουν μέσα της η ανάγκη της για υποκριτική και η αγάπη της για τις μικρές καθημερινές οικογενειακές χαρές. Εξ ου και μπορούμε το ίδιο εύκολα να φανταστούμε τη Μέριλ Στριπ να διασχίζει με τον αέρα της σταρ το κόκκινο χαλί, αλλά και ως την κυρία της διπλανής πόρτας, από την οποία δεν θα διστάζαμε να ζητήσουμε ένα φλιτζάνι ζάχαρη. Για πολλούς, αυτή είναι μια περσόνα που έχει υιοθετήσει και υποδύεται η ηθοποιός, ώστε να διατηρεί μια ξεχωριστή και συμπαθή ταυτότητα ανάμεσα στις δεκάδες άλλες διασημότητες της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Ακόμα όμως και αν πρόκειται για έναν ακόμα ρόλο, το μόνο σίγουρο είναι ότι και αυτόν τον υποδύεται αξιοθαύμαστα.

 


©Ryan Pfluger/The New York Times

 

«Μέριλ, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα»

Η Μαίρη Λουίζ Στριπ ήταν ένα εσωστρεφές και ντροπαλό παιδί, που μεταμορφωνόταν ωστόσο και έλαμπε όταν βρισκόταν μπροστά από την κάμερα σε μικρές οικογενειακές παραστάσεις. Βλέποντας ότι η κόρη της ήταν μάλλον άτολμη, η μητέρα της δεν παρέλειπε να της τονώνει συχνά την αυτοπεποίθηση, επαναλαμβάνοντάς της: «Μέριλ, είσαι ικανή, είσαι τόσο σπουδαία. Μπορείς να κάνεις ό,τι βάλεις στον νου σου. Αν είσαι τεμπέλα, δεν θα τα καταφέρεις. Αλλά, αν το βάλεις σκοπό, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα». Η Μέριλ την πίστεψε και δεν το ξέχασε ποτέ. Ακόμα και στην ενήλική ζωή της συχνά στρεφόταν για συμβουλές στη δυναμική μητέρα της, η οποία ήταν και ο μόνος άνθρωπος που έχει χαρακτηρίσει ως μέντορά της.

Η πίστη στον εαυτό της, που της εμφύσησε η μητέρα της από μικρή ηλικία, της έδωσε την αποφασιστικότητα, από τα πρώτα της κιόλας βήματα κάτω από το φως των προβολέων, να στέκεται σαν ίση προς ίσους απέναντι σε ήδη καταξιωμένους ηθοποιούς, όπως η Τζέιν Φόντα (συνεργάστηκαν στην ταινία «Τζούλια», την πρώτη της 32χρονης Μέριλ, το 1977), ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο («Ο ελαφοκυνηγός», 1978), ο Ντάστιν Χόφμαν («Κράμερ εναντίον Κράμερ», 1979). Ήδη από τότε δεν δίσταζε να ζητά αναπροσαρμογές των σεναρίων ή των διαλόγων όταν ένιωθε ότι αδικούσαν τον ρόλο που είχε κληθεί να υποδυθεί. Η δόξα όμως δεν φαινόταν να την ενδιαφέρει ιδιαίτερα – είναι αστείο αλλά γεγονός ότι το πρώτο της Όσκαρ το... ξέχασε στις γυναικείες τουαλέτες μετά την τελετή απονομής. Όταν το περιοδικό TIME της αφιέρωσε το εξώφυλλο της 7ης Σεπτεμβρίου 1981 με τον τίτλο «Μαγική Μέριλ», δήλωσε σε συνέντευξή της στην εκπομπή «Today» ότι αισθάνθηκε νευρικότητα και ναυτία, «παρότι αυτό είναι καλό για την καριέρα μου, επειδή θεωρούμαι σπουδαία και μου προσφέρουν περισσότερους ρόλους». Εξήγησε ωστόσο ότι «ένας ηθοποιός είναι τόσο καλός όσο αυτά που παρατηρεί και εγώ δεν μπορώ πια να καθίσω σε ένα παγκάκι στο πάρκο και να παρατηρώ για μία ώρα τους ανθρώπους που περνούν», ενώ παραδέχτηκε γελώντας ότι θα ήθελε να είναι μια κρυφά διάσημη ηθοποιός!

Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η δωδέκατη ταινία της «Πέρα από την Αφρική» και έχοντας ήδη αποσπάσει δύο Όσκαρ (Καλύτερου Β΄ Γυναικείου Ρόλου για το «Κράμερ εναντίον Κράμερ» και Καλύτερης Ηθοποιού για το «Η εκλογή της Σόφι»), η Στριπ καθιερώθηκε ως Χολιγουντιανή σούπερ σταρ. Σύντομα άρχισε να αρνείται να διαπραγματευτεί την αμοιβή της, οδηγώντας πολλούς επικριτές της να τη χαρακτηρίζουν υπερόπτρια. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ωστόσο, οι ταινίες στις οποίες συμμετείχε έτυχαν μάλλον φτωχής υποδοχής από κοινό και κριτικούς. Ενδεικτικό βέβαια της αξίας της ως ηθοποιού ήταν το γεγονός ότι, ακόμα και στις κακές της ταινίες, η δική της ερμηνεία αναγνωριζόταν ως τουλάχιστον εξαιρετική, ενώ σχεδόν για κάθε δεύτερη ταινία της ήταν υποψήφια για Όσκαρ.

 


«Πέρα από την Αφρική» (1985) 

 

Η καριέρα τελειώνει στα 40;

Είναι η εποχή που η ίδια βρίσκεται πια στο μέσον της τέταρτης δεκαετίας της ζωής της, είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών –με τον γλύπτη Ντον Γκάμερ– και διαπιστώνει με πικρία ότι για το Χόλιγουντ η καριέρα των γυναικών τελειώνει στα 40. «Μόλις μια ηθοποιός φτάσει τα 40, κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτήν», είχε δηλώσει στο περιοδικό New York, «κι αν προσθέσεις και μερικά μωρά στην εικόνα, πρέπει να προσέχεις πολύ ποιους ρόλους επιλέγεις». Η ίδια θεωρεί, δε, ότι πλήρωσε το γεγονός ότι πολλές φορές αρνούνταν να εργαστεί εκτός Λος Άντζελες για να μην απομακρύνεται από την οικογένειά της. Γι’ αυτό και κατά καιρούς έχει εκφραστεί με θέρμη υπέρ της εργασιακής και μισθολογικής ισότητας ανδρών και γυναικών, όχι μόνο στην κινηματογραφική βιομηχανία, και έχει αναμειχθεί ενεργά σε πρωτοβουλίες και οργανώσεις που προωθούν τη γυναικεία ενδυνάμωση. Δεν έχει διστάσει επίσης να εκφράσει ανοιχτά τις πολιτικές της απόψεις, ενώ υπήρξε ένθερμη υποστηρίκτρια της Χίλαρι Κλίντον στις εκλογές ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, σε αντίποινα, την αποκάλεσε «μία από τις πιο υπερτιμημένες ηθοποιούς του Χόλιγουντ» μέσω Twitter.

Φυσικά, τα στεγανά και οι προκαταλήψεις του Χόλιγουντ δεν άντεξαν πολύ μπροστά στον «τυφώνα Στριπ», που δεν σταμάτησε να κυνηγά, συχνά λυσσαλέα, νέους συναρπαστικούς ρόλους και να εργάζεται ακούραστα, εμμονικά σχεδόν, για να τους ενσαρκώσει. Τη δεκαετία του 2000 βρέθηκε τέσσερις φορές στην πλατεία του Kodak Theater διεκδικώντας το Όσκαρ Καλύτερης Ηθοποιού και μεταξύ 2010 και 2018 άλλες έξι, μία εκ των οποίων έφυγε με το χρυσό αγαλματίδιο για την ερμηνεία της στον ρόλο της Μάργκαρετ Θάτσερ στην ταινία «Η Σιδηρά Κυρία». Η τελευταία της οσκαρική υποψηφιότητα ήταν για το «The Post» και η πιο πρόσφατη κινηματογραφική της εμφάνιση στην αναβίωση του «Μαίρη Πόπινς» πριν από μερικούς μήνες. Πρόσφατα, δε, ακολούθησε το παράδειγμα δεκάδων συναδέλφων της που επιλέγουν ενδιαφέροντες ρόλους και στη μικρή οθόνη, συμμετέχοντας στον δεύτερο κύκλο της επιτυχημένης σειράς «Big Little Lies» – προβάλλεται κάθε Κυριακή στις 04.00 μετά τα μεσάνυχτα και κάθε Δευτέρα στις 22.00, στο Novacinema 4HD. Τα φετινά Χριστούγεννα θα βγει στις αίθουσες η νέα κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Μικρές κυρίες», στο οποίο θα υποδύεται τη θεία Μαρτς.

 


H περίφημη μεταμόρφωσή της σε Μάργκαρετ Θάτσερ στο «Σιδηρά Κυρία», ρόλο για τον οποίο κέρδισε το τρίτο της Όσκαρ.

 

«Αυτό είναι η ηθοποιία»

«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι υπήρχε μια εποχή που η Μέριλ Στριπ δεν ήταν η καλύτερη ηθοποιός εν ζωή». Η φράση –από αφιέρωμα του Vanity Fair– μοιάζει υπερβολική, είναι όμως ενδεικτική της ευρείας και ομόθυμης αναγνώρισης και αποδοχής που απολαμβάνει η 70χρονη πια ηθοποιός. Η ικανότητά της να ενσαρκώνει χαρακτήρες θέτοντας στην υπηρεσία τους το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα της –αλλάζοντας εμφάνιση, φωνή, γλώσσα, προφορά– χαρακτηρίζεται μοναδική. Ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς, που έχει συνεργαστεί μαζί της σε τέσσερις ταινίες, έχει δηλώσει ότι «σε κάθε ρόλο γίνεται ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Καθώς μεταμορφώνεται στο πρόσωπο που υποδύεται, οι άλλοι ηθοποιοί αρχίζουν να αντιδρούν σαν να ήταν πραγματικά αυτό το πρόσωπο». Ίσως γι’ αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτίσει κανείς τη Μέριλ Στριπ με την εικόνα κάποιας από τις γυναίκες που έχει κατά καιρούς ενσαρκώσει, αλλάζοντας σαν χαμαιλέων. Και τις πάμπολλες φορές που έχει ερωτηθεί πώς το καταφέρνει αυτό, η απάντησή της έχει υπάρξει αφοπλιστικά απλή: «Αυτό είναι η ηθοποιία και αυτό μου αρέσει να κάνω, να βυθίζομαι σε μια άλλη ζωή, την οποία μπορώ να με φανταστώ να ζω». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ