Σε ένα σημείο της «Φωτεινής πολιτείας» ο Αντρές Μπάρμπα γράφει πόσο θλιβερό είναι «που δεν μπορούμε να επινοήσουμε χειρονομίες για κάθε άνθρωπο που αγαπάμε, που είμαστε υποχρεωμένοι να σέρνουμε πάντα τις ίδιες μονότονες χειρονομίες». Του το αναφέρω στη συνάντησή μας και παραδέχεται κάπως μοιρολατρικά ότι η γκάμα των κινήσεών μας είναι πολύ περιορισμένη. Θυμάται μια ταινία όπου ο Γούντι Άλεν κάνει με την καινούργια του κοπέλα ό,τι ακριβώς έκανε με την προηγούμενη, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η κατάσταση δεν λειτουργεί. Κάποια πράγματα δεν επαναλαμβάνονται. Όπως, προφανώς, η παιδική μας ηλικία, την οποία ο Ισπανός συγγραφέας «σκαλίζει» με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο σε αυτό το τελευταίο του μυθιστόρημα. 

Το είχε ξανακάνει και στα «Μικρά χέρια», το έτερο βιβλίο του που είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά, μια νουβέλα που εκτυλίσσεται σε ένα ορφανοτροφείο και με την οποία συστήθηκε στο εγχώριο κοινό προ διετίας. Στην πατρίδα του, βέβαια, ο 44χρονος συγγραφέας είχε φτιάξει από καιρό το όνομά του. Πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος, ο Μπάρμπα αυτή τη στιγμή θεωρείται ένα από τα καινούργια αστέρια αφενός της ισπανόφωνης και αφετέρου της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Τους επόμενους μήνες πάντως θα τους περάσει στη Νέα Υόρκη, ως υπότροφος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, προκειμένου να γράψει απερίσπαστος το επόμενο μυθιστόρημά του – και να καθιερωθεί ως σημαντικό μέγεθος και στον αγγλοσαξονικό κόσμο. 

Συναντηθήκαμε στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο, στην οδό Ιπποκράτους. Ήταν ευγενικός, άνετος στην κουβέντα και με διάθεση να αστειευτεί. Τα βιβλία του μου είχαν καλλιεργήσει την εντύπωση ότι θα συναντούσα έναν δυσπρόσιτο άνθρωπο, βαρύ και βουτηγμένο στις σκέψεις και στον όγκο των διαβασμάτων του. Ένα από τα πρώτα πράγματα που τον ρώτησα ήταν αν αυτή η εμμονή του με την παιδική ηλικία παραπέμπει σε κάποιο δύσκολο προσωπικό του βίωμα. «Όχι», λέει. «Η παιδική μου ηλικία ήταν όσο ευτυχισμένη μπορούσε να είναι. Το ενδιαφέρον μου συγγραφικά προέρχεται από την αντίληψή μας ως κοινωνία ότι η παιδική ηλικία αντιστοιχεί στον χαμένο Παράδεισο. Ο μόνος τρόπος να επιστρέψουμε εκεί είναι μέσω της μνήμης ή μέσω των παιδιών, τα οποία μας τη θυμίζουν». Τι συμβαίνει, όμως, όταν τα παιδιά πάψουν να αντιπροσωπεύουν τα χρόνια της ξεγνοιασιάς και της αθωότητας και αρχίσουν να φέρονται βίαια και ακατανόητα; Είναι η συνθήκη που ο Μπάρμπα δημιουργεί στη «Φωτεινή πολιτεία», καθηλώνοντας αναγνώστες σε δεκάδες πλέον χώρες και κερδίζοντας το σημαντικό βραβείο Herralde.

Στο βιβλίο συμβαίνει το εξής: Σε μια μικρή πόλη των Τροπικών εμφανίζονται ξαφνικά  τριάντα δύο παιδιά άγνωστης ταυτότητας και προέλευσης, περιφέρονται, παίζουν, εγκληματούν. Μιλούν μια δική τους γλώσσα, επικοινωνούν με κώδικες που είναι αδύνατον να γίνουν κατανοητοί από την τοπική κοινωνία και έχουν πάνω τους κάτι το διαφορετικό. Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από τα παιδιά Γκουαρανί, που συνάντησε στην πόλη Ποσάδας στην Αργεντινή, στα σύνορα με την Παραγουάη. Εμπνεύστηκε επίσης από τα παιδιά των τσιγγάνων που ζούσαν σε έναν καταυλισμό κοντά στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, στη Μαδρίτη («ζήλευαν τα ρούχα και τα παιχνίδια μας κι εμείς ζηλεύαμε την ελευθερία τους», μου λέει). 

«Κάτι σημαντικότερο από το άτομο»

Την πρώτη φορά που ο αφηγητής συνάντησε ένα από αυτά τα  τριάντα δύο μυστηριώδη παιδιά, κοιτάχτηκαν στα μάτια και ο μικρός τού χαμογέλασε απόκοσμα. Παραδέχομαι στον συνομιλητή μου ότι στο σημείο εκείνο φοβήθηκα ότι η ιστορία θα εξελιχθεί σε κάποιου είδους μεταφυσικό θρίλερ (κάτι που δεν συμβαίνει). «Όταν ένα παιδί μάς χαμογελάει, μπορεί να μας τρομάξει, γιατί δεν έχουμε ιδέα τι μπορεί να σκέφτεται», μου απαντά. «Τα παιδιά τα φοβόμαστε πολύ. Η συμπεριφορά μας απέναντί τους έχει κάτι διπολικό. Από τη μια θέλουμε να τα προστατεύουμε, αλλά συγχρόνως τα εντάσσουμε σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να μάθουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους και να μεγαλώσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να μπορούμε να τα ελέγχουμε και να τα καταλαβαίνουμε». Είναι αυτό που δεν συμβαίνει στο βιβλίο. Τα παιδιά δεν υπακούν σε αυτόν τον κανόνα. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να σκέφτονται. Η τοπική κοινωνία βρίσκεται ξαφνικά σε πανικό.  

Τα τριάντα δύο παιδιά της «Φωτεινής πολιτείας» δημιουργούν τον δικό τους πολιτισμό. Φτιάχνουν τη δική τους γλώσσα, βρίσκουν ένα μέρος για να μένουν, ερωτεύονται. Ο πολιτισμός τους είναι διαφορετικός, αλλά είναι ανάλογος με αυτόν των σύγχρονων κοινωνιών. «Το συμπέρασμα», μου λέει, «είναι ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το σύστημα στο οποίο ζούμε». Και αν ξεκινούσαμε από το μηδέν; Θα ξαναφτιάχναμε τον ίδιο κόσμο; Μου αναφέρει τις μελέτες του Μέτερλινκ για τις ζωές των μελισσών και των μυρμηγκιών. «Τα έντομα ξέρουν, όσο μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο, ότι δεν είναι μοναδικά, ότι αυτό που πρέπει να κάνουν κάθε στιγμή είναι να προσφέρουν στην κοινότητα. Αυτή η αντίληψη της κοινωνικής ζωής, ότι υπάρχει κάτι σημαντικότερο από το άτομο, είναι κάτι που μας είναι αδύνατον να συλλάβουμε. Δεν μπορούμε καν να κάνουμε αυτή τη σκέψη. Μόνο να αναλογιστούμε πόσο διαφορετική θα ήταν η κοινωνία μας αν μπορούσαμε να σκεφτούμε έτσι». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ