Η Έμιλι Γουάτσον ανήκει στη συμπαθή κατηγορία των εξαιρετικών Βρετανίδων ηθοποιών που διαπρέπουν υποκριτικά σε εγχώριες και διεθνείς κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, συλλέγοντας θαυμασμό, υποψηφιότητες και βραβεία, αλλά μένουν μακριά από τα χολιγουντιανά κόκκινα χαλιά και τους προβολείς της δόξας, γιατί αισθάνονται πιο ασφαλείς στη ζεστασιά του λονδρέζικου οικογενειακού διαμερίσματος ή στην αγροικία της αγγλικής εξοχής. Η ίδια έχει υιοθετήσει μια πολύ πιο διασκεδαστική περιγραφή του εαυτού της, τον οποίο σε συνεντεύξεις της περιγράφει ως «καρατερίστα που κάνει ακόμη σεξ», θέλοντας να σαρκάσει το γεγονός ότι τα μίντια και η βιομηχανία του θεάματος αποφασίζουν πότε μια ηθοποιός παύει να πείθει ως ερωτικά επιθυμητή στην οθόνη.

Έπειτα από σχεδόν τριάντα χρόνια καριέρας, η οποία ξεκίνησε από τις θεατρικές σκηνές του Λονδίνου, έχει στις επαγγελματικές της αποσκευές δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ για τις ταινίες «Δαμάζοντας τα κύματα» και «Χίλαρι και Τζάκι», βραβεία BIFA και BAFTA και τη διάκριση του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για την προσφορά της στην τέχνη. Τελευταία, μπορεί να υπερηφανεύεται και για τη συμμετοχή της σε πρωταγωνιστικό ρόλο στη σειρά με τη μεγαλύτερη βαθμολογία στο σάιτ imdb, το εξαιρετικό ιστορικό δράμα του ΗΒΟ «Τσέρνομπιλ» – η σειρά κάνει πρεμιέρα αποκλειστικά στη Nova την Τετάρτη 10 Ιουλίου και θα μεταδίδεται κάθε Τετάρτη, στις 22.00, από το Novacinema 4HD. Υποδύεται την Ουλάνα Χόμιουκ, επικεφαλής φυσικό του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Λευκορωσίας, την οποία, σε συνέντευξή της που εξασφάλισε αποκλειστικά το «Κ», περιγράφει ως «έναν σύνθετο χαρακτήρα, που έχει δημιουργηθεί από διάφορους επιστήμονες». Ο σεναριογράφος Κρεγκ Μάζιν έγραψε τον ρόλο έχοντας στο μυαλό του τη Γουάτσον. «Κολακεύτηκα πολύ όταν μου το είπε. Νομίζω ότι είναι ένας από τους πολλούς ανθρώπους που έχω οδηγήσει να πιστεύουν ότι είμαι έξυπνη», λέει γελώντας και συνεχίζει: «Ήταν μια ευχάριστη πρόκληση να υποδύομαι κάποιον που ρισκάρει σε αυτού του είδους την κοινωνία και λέει την αλήθεια εκεί όπου αυτό απαγορεύεται».

 


Με τον συμπρωταγωνιστή της, Τζάρεντ Χάρις, με τον οποίο δημιούργησαν αμέσως μια εξαιρετική σχέση.

 

Πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, διάβασε την ιστορία της Λευκορωσίας. «Συνειδητοποίησα ότι ήταν πιθανότατα το πιο επικίνδυνο μέρος στη Γη να ζει κανείς τον 20ό αιώνα. Ο σκηνοθέτης μας μας ζήτησε να παρακολουθήσουμε τη ρωσική ταινία “Come and See”, για την εισβολή των ναζί σε ένα χωριό της Λευκορωσίας. Αυτά που έκαναν εκεί είναι καταστροφικά. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι ήταν μικρό παιδί τότε, άρα έχει μεγαλώσει μέσα σε τραυματικές εμπειρίες και απανθρωπιά. Για να επιβιώσει, θα έπρεπε να είναι σκληρή».

Με τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ είχε συνεργαστεί στην πρώτη της ταινία, «Δαμάζοντας τα κύματα», και οι συμβουλές που της είχε δώσει τότε την ακολούθησαν σε όλη της την καριέρα. Όταν ξανασυναντήθηκαν στο σετ του «Τσέρνομπιλ», περιγράφει, «στις πρώτες λήψεις αισθανόμασταν λίγο άβολα, γιατί είχαμε μοιραστεί κάτι βαθύ παλιότερα, αλλά μετά ήμασταν σαν παλιοί φίλοι». Όσο για τον συμπρωταγωνιστή της, Τζάρεντ Χάρις, συμπάθησαν ο ένας τον άλλο αμέσως. «Ένα πρωινό κατέβηκα από το δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο και τον βρήκα στο λόμπι. Εγώ έπρεπε να ήμουν ήδη στην πρόβα, αλλά καθίσαμε εκεί και κουτσομπολεύαμε και γελούσαμε και πήγαμε στο γύρισμα πολύ καθυστερημένοι. Πάντως δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και είναι πολύ σκληρός κριτής του εαυτού του».

Όσο για την ίδια τη σειρά, που έχει δεχτεί επαίνους αλλά και κριτική για θέματα ιστορικής αλήθειας και ακρίβειας, η Έμιλι Γουάτσον θεωρεί ότι «πραγματεύεται την ιδιοκτησία της αλήθειας και τη φύση της ενέργειας και το πώς την ελέγχουμε. Δίνει την αίσθηση ότι και τα δύο αυτά είναι σημαντικά και ότι ο τροχός της ιστορίας γυρνά μπροστά στα μάτια μας. Νομίζω ότι είναι μια σειρά πολιτικά εύστροφη». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ