Υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που απασχολεί ιδιαίτερα όποιον παρακολουθεί από κοντά την τουρκική πολιτική τα τελευταία χρόνια: η κάθε δράση για οποιαδήποτε δημοκρατική αλλαγή ακολουθείται από μια ακόμη εντονότερη αντίδραση της αυταρχικής κυβέρνησης, που καταπίνει κάθε αίσθημα ελπίδας. Οι εκρηκτικές περιβαλλοντικές διαμαρτυρίες του Γκεζί έδωσαν τη θέση τους σε μια σειρά από συλλήψεις ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών, οι βουλευτικές εκλογές του 2015, όπου το Κουρδικό κόμμα πέρασε για πρώτη φορά το κατώφλι της τουρκικής Βουλής, έφεραν αμέσως την ηγέτιδα του κόμματος, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, πίσω από τα σίδερα της φυλακής, τα μέλη της Διεθνούς Αμνηστίας της χώρας κατηγορούνται εδώ και δύο χρόνια για τρομοκρατία – και ούτω καθεξής. Μια φίλη μου αρχιτέκτονας από την Κωνσταντινούπολη μου είχε εξομολογηθεί πρόσφατα ότι, κατά τη γνώμη της, η κοινωνία περνάει μια ατέρμονα φάση συλλογικής κατάθλιψης. «Το συνειδητοποίησα μια μέρα, ενώ βρισκόμουν σε ένα καραβάκι που διέσχιζε τον Βόσπορο», ανέφερε με πικρία η 32χρονη Ιρέμ. «Όλοι οι επιβάτες ήμασταν τυλιγμένοι με κατάμαυρα ρούχα».

Το πρωί της 23ης Ιουνίου, ωστόσο, υπήρχε ήδη κάτι το διαφορετικό στον αέρα της Κωνσταντινούπολης. Μπορεί τα μεγάλα ιστορικά κτίρια στη φιλελεύθερη συνοικία του Καντίκιοϊ να ήταν όλα καλυμμένα με μουσαμάδες που διαφήμιζαν τον υποψήφιο της κυβέρνησης, ωστόσο στα στενά δρομάκια κάθε πυλώνας ρεύματος είχε πάνω του μια μικρή αφίσα του Εκρέμ Ιμάμογλου. Ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης χαμογελούσε πλατιά και σχημάτιζε με τα χέρια του μια καρδιά, ενώ από κάτω ήταν γραμμένο το αισιόδοξο σύνθημά του: «Όλα θα πάνε καλά». «Είναι η πρώτη φορά που, εν μέσω εκλογών, η πόλη μας είναι διαποτισμένη με ένα θετικό μήνυμα», μου ανέφερε η 26χρονη Αλάρα, δασκάλα από την Κωνσταντινούπολη, ενώ τα στενά ήταν ήδη γεμάτα με ενθουσιώδεις ψηφοφόρους που κατευθύνονταν στις κάλπες. «Ό,τι και να γίνει απόψε, αυτό από μόνο του μου δίνει μια ελπίδα για το μέλλον», πρόσθεσε με επιφυλακτική αισιοδοξία.

Το μεσημέρι της Κυριακής των επαναληπτικών εκλογών το πέρασα σε ένα σχολείο της συνοικίας του Τσαντέμποσταν που λειτουργούσε ως εκλογικό κέντρο και στο οποίο έφτασα με αρκετή νευρικότητα. «Καλώς ήρθες, γκιαβούρ!» αναφώνησε η δικαστική αντιπρόσωπος – και με το που είδε την αμηχανία να διαγράφεται στο πρόσωπό μου, γέλασε δυνατά. «Είναι τιμή μας που μας επισκέπτονται ξένοι δημοσιογράφοι, ειδικά σε αυτές τις σημαντικές εκλογές. Ό,τι χρειαστείς να μου το πεις», πρόσθεσε με σοβαρότητα. Για το επόμενο δίωρο παρέμεινα στο προαύλιο του σχολείου, μόνιμα εντυπωσιασμένος από το πόσοι ψηφοφόροι ενδιαφέρονταν να μου μιλήσουν και να συζητήσουν ανοιχτά για τις προτιμήσεις τους στην κάλπη. Ξεχωρίζει μια ιδιαίτερη συζήτηση με τον 55χρονο Αχμέντ, έναν συντηρητικό ψηφοφόρο ο οποίος επιμένει πως στηρίζει τον πρόεδρο Ερντογάν και το όραμά του για τη χώρα. «Ωστόσο, πρέπει να σας πω πως η απόφαση της κυβέρνησης να επαναλάβει τις εκλογές ξεπέρασε πράγματι τα όρια της δημοκρατίας μας – και έτσι αποφάσισα να στηρίξω τον Ιμάμογλου», συμπλήρωσε ο Αχμέντ.

 


Η μεγάλη νύχτα της Πόλης: ο θριαμβευτής των δημοτικών εκλογών, Εκρέμ Ιμάμογλου, μιλάει στους παραληρούντες οπαδούς του.

 

Το ξέσπασμα της χαράς

Τα πρώτα αποτελέσματα τα έμαθα ακριβώς στις επτά το απόγευμα, όχι από την τηλεόραση, την οποία είχα ανοιχτή στη διαπασών, αλλά από τον κρότο του χειροκροτήματος που ξέσπασε αμέσως στην παραθαλάσσια γειτονιά του Καντίκιοϊ. «Απίστευτο! Ο Εκρέμ είναι οκτώ μονάδες μπροστά!» βροντοφώναξε με πάθος μια γειτόνισσα. Τις ενθουσιώδεις κραυγές ακολούθησε ένα αλλόκοτα μακρύ δεκάλεπτο, γεμάτο νευρικότητα και άγχος. «Τι κι αν αμφισβητήσουν πάλι την ήττα τους», ψιθύριζαν συνωμοτικά οι Κωνσταντινουπολίτες. Με το που βγήκε ο υποψήφιος της κυβέρνησης, Μπιναλί Γιλντιρίμ, και αποδέχθηκε την ήττα του, τα τελευταία τείχη των ενδοιασμών κατέρρευσαν και η ελπίδα ξεχύθηκε ανεμπόδιστη στους δρόμους.

Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το μέγεθος της εκτόνωσης που βίωσε η Κωνσταντινούπολη το βράδυ της 23ης Ιουνίου. Δεκάδες χιλιάδες πολίτες ξεχύθηκαν στα στενά της Πόλης, άλλοι τραγουδώντας και παίζοντας τύμπανα και μουσικές, άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά, άλλοι με πανό που απαιτούσαν την απελευθέρωση δεκάδων φυλακισμένων δημοσιογράφων και ακτιβιστών. Ενίοτε σχημάτιζαν κυκλικούς χορούς, άλλες φορές επαναλάμβαναν το –προφητικό πλέον– σύνθημα της αντιπολίτευσης «όλα θα πάνε καλά». Το δικό μου βράδυ έκλεισε με μια συγκινητική εικόνα με έντονο συμβολισμό. Στις δύο τα ξημερώματα, ενώ το πάρκο της συνοικίας Μόντα ήταν ακόμη γεμάτο με κόσμο, με πλησίασε μια παρέα νέων που κουβαλούσε ένα φορητό ηχειάκι, από το οποίο ακούγονταν θριαμβευτικά τραγούδια. Με ρώτησαν από πού κατάγομαι και, όταν έμαθαν πως είμαι Έλληνας, χαμογέλασαν και μου είπαν ότι θα εκτιμήσω πολύ το επόμενο τραγούδι που θα διάλεγαν. Σιγά σιγά αντήχησαν στο πάρκο οι πρώτες οικείες νότες, η μελωδία της κιθάρας του Μάνου Λοΐζου, και ακολούθησαν οι γνώριμοι στίχοι: «Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία, κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά...». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ