Στα μέσα περίπου της προηγούμενης δεκαετίας, χιλιάδες κοινωνίες μελισσών άρχισαν να ερημώνουν. Αρκετά απότομα και εν πολλοίς ανεξήγητα. Οι επιστήμονες χαρακτήρισαν το φαινόμενο ως «Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών» («Colony Collapse Disorder»). Η Μάγια Λούντε παρακολουθούσε τις εξελίξεις με ενδιαφέρον. Εκείνη την εποχή εργαζόταν ως σύμβουλος επικοινωνίας σε μια νορβηγική εταιρεία, αλλά η υπόθεση της εξαφάνισης των μελισσών την ώθησε να μελετήσει αυτό το φαινόμενο και κάπως έτσι, μερικά χρόνια αργότερα, προέκυψε ένα μυθιστόρημα που αυτή τη στιγμή διαβάζεται σε όλη την Ευρώπη και έχει μεταφραστεί συνολικά σε 35 γλώσσες. 

Το «Κ» επικοινώνησε με τη 44χρονη συγγραφέα της «Ιστορίας των μελισσών» (εκδ. Κλειδάριθμος), η οποία πιστεύει ότι τα συμπαθή έντομα έχουν να διδάξουν πολλά τους ανθρώπους. 

«Η κυψέλη είναι ένας φανταστικός οργανισμός», λέει η κ. Λούντε. «Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέλισσα δουλεύει για ολόκληρο το μελίσσι και όχι μόνο για να τρέφονται, να αναπαράγονται και να φροντίζουν τους εαυτούς τους. Δουλεύουν για τα παιδιά όλων, όχι ο καθένας για τα δικά του, επειδή όλοι έχουν την ίδια μητέρα, τη βασίλισσα. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ξεχνάμε ότι η Γη είναι κάτι σαν μελίσσι, όπου ό,τι κάνει ο ένας μπορεί να επηρεάσει τον άλλο».

Τα τελευταία χρόνια, η Νορβηγίδα συγγραφέας μελέτησε τη ζωή των μελισσών (την ενθουσιάζει ότι επικοινωνούν μέσω του χορού), όσα τις απειλούν (μια σειρά λόγων, από τα φυτοφάρμακα μέχρι την κλιματική αλλαγή και την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία) και κυρίως τι μπορεί να σημαίνει για την ανθρωπότητα η απουσία τους. Είναι κάτι για το οποίο δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Μπορούμε να υποθέσουμε την ανισορροπία που θα προκληθεί στο περιβάλλον ή να αναλογιστούμε τις οικονομικές επιπτώσεις – η επικονίαση των μελισσών αποτιμάται σε περίπου 265 δισ. ευρώ ετησίως. 

 


© Laurie L. Ward/Fort Worth Star-Telegram/MCT via Getty Images/IDEAL IMAGE

 

Τρεις ιστορίες σε μία

Η Μάγια Λούντε έκανε τη δική της εικασία: το βιβλίο της ξεκινάει από το μέλλον, και συγκεκριμένα από το έτος 2098, στην Κίνα, όπου η ηρωίδα της, η Τάο, ζει σε έναν κόσμο δίχως μέλισσες και περνάει την ημέρα της πασπαλίζοντας τα δέντρα με γύρη κάτω από τρομακτικές συνθήκες εργασίας. Στο επόμενο κεφάλαιο μεταφερόμαστε στο παρελθόν. Στην Αγγλία του 19ου αιώνα και στον Γουίλιαμ, έναν βιολόγο που πειραματίζεται με έναν νέο τύπο κυψέλης. Και στο τρίτο κεφάλαιο γνωρίζουμε τον Τζορτζ, έναν Αμερικανό μελισσοκόμο που ζει στις μεσοδυτικές πολιτείες τη στιγμή της «Κατάρρευσης», το 2007. Οι τρεις ιστορίες γράφτηκαν ξεχωριστά, αυτοτελώς, όμως η συγγραφέας κατόπιν τις «έσπασε» σε κομμάτια και τα ανακάτεψε, δίνοντας την αίσθηση ότι υπάρχει ανάμεσά τους κάτι που τις συνδέει. Αυτό το κάτι είναι οι μέλισσες, προφανώς, αλλά και οι σχέσεις των τριών ηρώων με τα παιδιά τους. Η σχέση των ενηλίκων με την επόμενη γενιά. Η αγωνία των γονιών για τον κόσμο που θα αφήσουν στους απογόνους τους.  

Το βιβλίο καλύπτει συνολικά ένα διάστημα δυόμισι αιώνων και εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικές ηπείρους. Η συγγραφέας χρειάστηκε να μελετήσει πολύ. «Η έρευνα ήταν χρονοβόρα, αλλά μου αρέσει αυτή η διαδικασία της δουλειάς. Έκανα ό,τι μπορούσα ώστε να είναι σωστή κάθε μικρή λεπτομέρεια και ένιωθα υποχρέωση να μάθω όσο περισσότερα μπορούσα για τη μελισσοκομία, τα αγγλικά έθιμα του 19ου αιώνα και την κοινωνία της Κίνας». Συγκεκριμένα για το κεφάλαιο της Κίνας και τη διαδικασία τού να γράφεις για κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί, λέει ότι «είναι πολύ μεγάλη η πρόκληση, καθώς δεν υπάρχουν χειροπιαστά στοιχεία για να στηριχτείς, αλλά και πάλι χρειάζεται έρευνα ώστε η ιστορία να είναι πιστευτή. Αναπόφευκτα, πέρασα πολύ χρόνο φτιάχνοντας διάφορα σενάρια, ορισμένα από τα οποία δεν υπάρχουν τελικά στο βιβλίο».

Μια δυσοίωνη πρόβλεψη

Η ιστορία της Τάο είναι τρομακτική. Στη δυστοπία της κ. Λούντε ο κόσμος μας δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα ωραίο μέρος. Τη ρωτάω αν σκέφτηκε καθόλου τους μελλοντικούς της αναγνώστες, αυτούς που θα διαβάσουν το βιβλίο της το 2098. «Το να φαντάζομαι κάποιον να διαβάζει το βιβλίο μου στην εποχή της Τάο είναι συναρπαστικό και τίποτα δεν θα με έκανε περισσότερο χαρούμενη από το να τον έβλεπα να γελάει με το πόσο απαισιόδοξη και άστοχη υπήρξε η πρόβλεψή μου». Προβληματίζεται για το μέλλον του πλανήτη και αναρωτιέται γιατί πρέπει να φτάσουμε στο χείλος της καταστροφής για να αρχίσουμε να αντιδρούμε. Ωστόσο, υπάρχει κάτι που την κάνει αισιόδοξη. Μαζί με τους τρεις γιους της συμμετέχει συστηματικά σε διαμαρτυρίες για το κλίμα και, όπως λέει, «όσο σκοτεινές κι αν φαίνονται οι προοπτικές μας, είναι φανταστικό να βλέπεις πώς οι νέοι καταφέρνουν να ορίζουν την ημερήσια διάταξη, τόσο εδώ στη Νορβηγία όσο και στην παγκόσμια σκηνή». 

Μετά την «Ιστορία των μελισσών», που ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα, ακολούθησε ένα ακόμα («Blue», δεν έχει μεταφραστεί ακόμη) με αντίστοιχη δομή και περιβαλλοντική ανησυχία. Ο στόχος της είναι να δημιουργήσει μια τετραλογία για το κλίμα – τα μυθιστορήματά της χαρακτηρίζονται ως cli-fi (climate fiction), ένα είδος που κερδίζει συνεχώς αναγνώστες. Η ίδια δεν ενδιαφέρεται να χαρακτηρίσει κάπως τη δουλειά της («δεν βάζω ταμπέλες στα βιβλία μου και πιστεύω ότι όλα μου τα μυθιστορήματα είναι απλώς αυτό, μυθιστορήματα») και μου εξηγεί ότι, όταν γράφει αυτό που την απασχολεί, είναι η πλοκή και οι χαρακτήρες της και όχι να κάνει πολιτική ή να περάσει κάποιο μήνυμα. «Αν πάντως μέσα από τα μυθιστορήματά μου καταφέρω να ανοίξω τα μάτια σε κάποιους αναγνώστες, αυτό είναι κάτι που θα με κάνει περήφανη και χαρούμενη». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ