Είναι κάπως παράδοξο να μπαίνεις σε ένα νυχτερινό κέντρο, όπως η «Ιερά Οδός», στη μία το μεσημέρι. Όλη η περιοχή, που είναι γεμάτη μπουζούκια και κλαμπ, μοιάζει κάπως παράταιρη κάτω από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο. Μπαίνοντας όμως στο κέντρο, το σκηνικό είναι ακόμα πιο παράδοξο. Στη σκηνή τραγουδιστές και ορχήστρα «τα δίνουν όλα» και από κάτω κόσμος τραγουδάει, χτυπάει παλαμάκια, πετάει χαρτοπετσέτες και καλάθια με λουλούδια, τα ποτήρια γεμίζουν και αδειάζουν.

Το τι συμβαίνει το αντιλαμβάνεσαι όταν ακούς το βροντερό «Στοπ!» του σκηνοθέτη. Βρισκόμαστε στα γυρίσματα της ταινίας του Αλέξη Καρδαρά με τον συμβολικό τίτλο «Φαντασία» (την τρίτη μεγάλου μήκους της καριέρας του μετά το «Γκίνες» και τη «Ληστεία»). Πρωταγωνιστές ο Γιάννης Στάνκογλου και η Ρένα Μόρφη, οι οποίοι με το «στοπ» κατεβαίνουν από τη σκηνή, όπου μέχρι πριν από λίγα δευτερόλεπτα ερμήνευαν με πάθος ένα λαϊκό ντουέτο. Για τη Ρένα Μόρφη, την τραγουδίστρια των Imam Baildi και πεπειραμένη περφόρμερ, που κάνει το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με τη «Φαντασία», η άνεση στη σκηνή είναι αναμενόμενη. Ο Στάνκογλου όμως εντυπωσιάζει και με τη φωνή και με την ερμηνεία. «Όλοι οι ηθοποιοί τραγουδάμε, εγώ δεν το είχα εξασκήσει όσο ήθελα», θα μου πει λίγο αργότερα. Τώρα το κάνει, μπαίνοντας μάλιστα και στο στούντιο και ηχογραφώντας νέα τραγούδια που έγραψε για την ταινία ο Μίνως Μάτσας.

 

 

ΠΑΣΟΚ, CiaoAntenna, Διογένης Παλλάς

Περί τίνος πρόκειται όμως; Ας κάνουμε μια σύνοψη. Είναι Οκτώβριος του 1993. Το ΠΑΣΟΚ έχει κερδίσει τις εκλογές, στην ελληνική τηλεόραση προβάλλεται το «CiaoAntenna» και στο πρόγραμμα του Διογένης Παλλάς ακούγονται επιτυχίες όπως το «μείνε μαζί μου έγκυος, είμαι πολύ φερέγγυος». Μια νεαρή τραγουδίστρια, η Φωτεινή (Ρένα Μόρφη), καταφθάνει στην Αθήνα από την επαρχία για να τραγουδήσει στο μαγαζί ενός βετεράνου μπουζουκτσή, του Χρηστάκη (Στέλιος Μάινας), τις Χάντρες. Ένας νεαρός λαϊκο-ποπ τραγουδιστής, ο Νίκος Κόκκινος (Γιάννης Στάνκογλου), τη συναντά και την ερωτεύεται παράφορα. Η συνάντησή τους θα αλλάξει τις ζωές των τριών για πάντα. Το μοιραίο ερωτικό τρίγωνο πυροδοτεί τη δράση, καθώς το πάθος των πρωταγωνιστών κλιμακώνεται μέσα από επανεκτελέσεις τραγουδιών του Χιώτη, του Μητσάκη και του Μανίσαλη, αλλά και καινούργια τραγούδια συνυφασμένα με το ύφος της διασκέδασης εκείνης της εποχής. 

Πώς ήρθε όμως η ιδέα και γιατί επιλέχθηκαν τα ’90s ως το σκηνικό; είναι η πρώτη απορία προς τον Αλέξη Καρδαρά. «Ήθελα πολλά χρόνια να κάνω μια μουσική ταινία για το λαϊκό τραγούδι, έναν φόρο τιμής. Διάλεξα τα ’90s γιατί, στο ξεκίνημά της δεκαετίας, η χρυσή γενιά του λαϊκού τραγουδιού συνυπήρξε για λίγο με τη νέα. Είχαμε ενεργή τη Μοσχολιού, τον Μπιθικώτση, τον Καζαντζίδη και παράλληλα την αρχή της Άννας Βίσση, της Καίτης Γαρμπή, του Φοίβου. Είναι μια στιγμή-καμπή». Και όχι μόνο μουσικά. «Ως ανθρώπινη ιστορία είναι επίκαιρη πάντα, σε όποια χρονική στιγμή κι αν την τοποθετούσαμε. Τα ’90s όμως έχουν και μια συμβολική σημασία πια, είναι η εποχή που “χτίζεται” η κατάρρευση που ζήσαμε εκ των υστέρων. Η εποχή που έρχονται τα χρήματα, ο κόσμος ξοδεύει, οι αυξήσεις στο Δημόσιο είναι της τάξεως του 15% τον χρόνο και το μεγαλύτερο πρόβλημά μας είναι ο νόμος Παπαθεμελή». 

 

 

H μεγάλη φούσκα

Ο Γιάννης Στάνκογλου χαμογελάει. «Εγώ, αντίθετα από τη Ρένα, που ήταν παιδί τότε, ήμουν στα καλά μου χρόνια το ’90. Και παρότι δεν ήμουν ποτέ αυτής της διασκέδασης –άκουγα πάντα πανκ, ροκ–, το έχω βιώσει όλο αυτό. Έχω δει πολύ Ρόκκο και Αλκαίο στο MTV και από εκεί δανείστηκα και στοιχεία για να στηρίξω τη φωνή και το ηχόχρωμα, τον τρόπο ερμηνείας μου. Ήρθα κοντά στον χαρακτήρα λόγω της ιστορίας. Τα ’90s μου έχουν αφήσει μια γλυκόπικρη γεύση. Ήταν μια άλλη Ελλάδα, που πολλοί νοσταλγούν, αλλά εγώ όχι ιδιαίτερα. Ίσως γιατί τώρα ξέρω τη συνέχεια, ίσως γιατί από τότε, αν ήθελες, μυριζόσουν τη φούσκα που μεγάλωνε και όπου να ’ταν θα έκανε μπαμ».  

Και η Ρένα πώς βρέθηκε εδώ; «Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν “θες να παίξεις σε μια ταινία;”. Και, όπως στα Μίκι Μάους, στο επόμενο δευτερόλεπτο ένιωσαν ένα χτύπημα στην πλάτη και είχα ήδη φτάσει», λέει και γελάνε όλοι. «Εγώ έζησα τα ’90s ως παιδί, ως μια σχεδόν φαντασιακή κατάσταση, ονειρική, ήθελα να μεγαλώσω και να μπω μέσα σε αυτό, αλλά δεν το πρόλαβα, οπότε με την ταινία είχα την ευκαιρία να το ζήσω. Πολλές φορές με ρωτούν σε ποια δεκαετία θα ήθελα να ζω, επειδή η μουσική μου έχει αναφορές σε άλλες δεκαετίες, και πάντα απαντάω το ’90. Τα είχε όλα. Ήταν ένα μεγάλο πάρτι που εγώ δεν έζησα, τις συνέπειες του οποίου εγώ και η γενιά μου “λουστήκαμε”. Θα ήθελα να μπορώ να ανθίζω σε εκείνη τη δεκαετία, που νομίζαμε ακόμη ότι υπάρχει προοπτική».    

Τελικά η ταινία είναι ένας ύμνος στον έρωτα, στο λαϊκό τραγούδι ή στην εποχή; ρωτάω τον σκηνοθέτη. «Στόχος μου ήταν, όταν βγει ο θεατής από το σινεμά, να νιώθει σαν να έχει ακούσει ένα λαϊκό τραγούδι, ένα από εκείνα τα παλιά, που έπαιρναν ως αφορμή τον έρωτα και έλεγαν μια μεγάλη ιστορία, σχεδόν λογοτεχνική ή κινηματογραφική. Αυτή είναι η επιθυμία μου. Αν βρεθεί έστω και ένας που θα το νιώσει αυτό, εγώ θα είμαι ευχαριστημένος. Και θα του κάνω και το τραπέζι».  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ