Μια συζήτηση με αφορμή τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά: για την Επίδαυρο και την αγωνία της πρωτοτυπίας, για τις προσδοκίες τους από τη νέα υπουργό Πολιτισμού, αλλά και για τα καλοκαίρια που νοσταλγούν και τις «ανάσες» τους.

Eκείνη θα είναι ο Δίκαιος Λόγος. Κι εκείνος ο Στρεψιάδης, ένας απαίδευτος Αθηναίος, καταχρεωμένος από τις σπατάλες και τις ασωτίες του καλοαναθρεμμένου γιου του. Συναντώνται φέτος στις «Νεφέλες», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Η αριστοτεχνική κωμωδία του Αριστοφάνη παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 423 π.Χ. και διακωμωδεί τη διδασκαλία του Σωκράτη και τις ιδέες των σοφιστών της εποχής. «Περιγράφει τη διεφθαρμένη και δηλητηριασμένη από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο αθηναϊκή κοινωνία, ασκώντας όμως ισχυρή κριτική στον μέσο πολίτη», λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. «Τονίζει ότι την ευθύνη για τις πράξεις μας δεν την έχουν οι άλλοι: ο σπόρος του κακού υπάρχει μέσα μας. Από τις συνθήκες θα εξαρτηθεί το αν θα φυτρώσει, αλλά δεν είμαστε αθώοι ούτε θύματα», συμπληρώνει ο Γιώργος Γάλλος. 

Τα καλοκαίρια τους

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό ηπειρωτικό. Και μολονότι δεν είχαμε πρόσβαση σε παραλία, απολαμβάναμε την ομορφιά της καλοκαιρινής φύσης. Θυμάμαι τον θερισμό και το αλώνισμα στα χωράφια, που ήταν γιορτή, τις κουρελούδες που στρώναμε στις αυλές των σπιτιών και τα νυχτέρια που κάναμε εκεί με γέλια και τραγούδια, είτε χτυπώντας τα ηλιοτρόπια για να βγουν οι ηλιόσποροι είτε ξεφλουδίζοντας τα καλαμπόκια. Τα παιδιά κυνηγούσαμε τις πυγολαμπίδες: έμοιαζαν με μικρά αστέρια που κατέβαιναν στη Γη. Εννέα ετών πήγα για πρώτη φορά στη θάλασσα και ήταν τραυματική εμπειρία, γιατί, καθώς πλατσούριζα στα ρηχά, ήρθε ένα κύμα και με πήρε. Είδε κι έπαθε η μητέρα μου να με βγάλει έξω! (Γέλια) Αργότερα, στην εφηβεία, με τον τότε αγαπημένο μου κάναμε διακοπές σχεδόν χωρίς φράγκο στην τσέπη. Ταξιδεύαμε με οτοστόπ, στήναμε τη σκηνή μας σε όποιο μέρος μάς άρεσε και έτσι γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Από το 2003 και μετά, με το... μπαράζ περιοδειών, οι στιγμές ξεκούρασης αποτελούν μικρή πολυτέλεια ανάμεσα στις παραστάσεις.

Γιώργος Γάλλος: Οι διακοπές που έκανα με τους γονείς μου, όταν ήμουν μικρός, ήταν πάντα οργανωμένες. Αυτό, μεγαλώνοντας, μου δημιούργησε την επιθυμία να είμαι πιο... χύμα. Με την οικογένειά μου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ. Και μολονότι αυτό προϋποθέτει μια μικρή μετακόμιση, το χαιρόμαστε πολύ. Αν πρέπει, πάντως, να επιλέξω ανάμεσα στη θάλασσα και στο βουνό, θα προτιμήσω το δεύτερο. Κατάγομαι από το Ανθηρό, ένα μικρό ορεινό χωριό των Αγράφων, που στη μνήμη μου είναι συνυφασμένο με την απόλυτη ελευθερία – αυτήν που βίωνα εκεί πιτσιρικάς. Γι’ αυτό και κάθε καλοκαίρι το επισκεπτόμαστε: θέλω τα παιδιά μου να έχουν έναν τόπο που να τον θεωρούν δικό τους, να φτιάξουν έναν κύκλο γνωριμιών, να βιώσουν αντίστοιχες συγκινήσεις.

Το πιο δύσκολο κομμάτι στην προετοιμασία μιας νέας παράστασης

Γ. Γ.: Όταν, μετά τις πρώτες αναγνώσεις του κειμένου, ψάχνεις να βρεις κάποιους «φάρους» για το πώς θα δομηθεί ο ρόλος σου, αλλά και πού πάει όλη η παράσταση – αυτό είναι το πιο δύσκολο. Όχι απλώς να μάθεις τα λόγια σου, αλλά να αποκωδικοποιήσεις τον χαρακτήρα σου, να τον δεις σε μια προοπτική: από πού έρχεται, πώς εξελίσσεται, πού κατευθύνεται. Όλο αυτό το ταξίδι γίνεται με άλλους, μαζί με τους υπόλοιπους συντελεστές. Το θέατρο είναι διακοπές με παρέα. Μαθαίνεις να συμβιώνεις, να επικοινωνείς, να βοηθάς και να βοηθιέσαι, να δημιουργείς μέσα στην πρόβα πεδίο μέσα στο οποίο θα μπορέσει να ανθήσει μια ουσιαστική συνεργασία. Όσο πλησιάζει η πρεμιέρα, έρχεται και το άγχος: προσπαθείς να βρεις τρόπο να το τιθασεύσεις, να μην το αφήσεις να γίνει ανασταλτικός παράγοντας, να το κάνεις σύμμαχό σου ώστε να γίνεσαι καλύτερος. Με την έναρξη των παραστάσεων, στο ταξίδι προστίθενται επιπλέον επιβάτες: το κοινό. Και κάθε βράδυ το κοντέρ μηδενίζεται...

Η μετάβαση από τον έναν ρόλο στον άλλο

Κ. Κ.: Συνήθως δεν έχουμε τον απαραίτητο χρόνο αποσυμπίεσης, ώστε να αποτινάξουμε από πάνω μας τον προηγούμενο ρόλο και να προχωρήσουμε στον επόμενο. Ειδικά στα χρόνια της κρίσης, οι Έλληνες ηθοποιοί συχνά έχουμε αναγκαστεί να κάνουμε δύο ή τρεις παραστάσεις ταυτόχρονα. Φεύγοντας από το ένα θέατρο, στη διαδρομή προς το άλλο, ο διακόπτης έχει ήδη γυρίσει. Έχουμε εξασκηθεί, λοιπόν, να προσαρμοζόμαστε στις νέες, κάθε φορά, συνθήκες, ακόμη κι αν πρόκειται για πράγματα εντελώς διαφορετικά, για μια άλλη δραματουργία, από την κωμωδία στην τραγωδία. Αυτό είναι δύσκολο και ωραίο, ενδιαφέρον, προκλητικό: μας δίνει τη δυνατότητα να μεταμορφωνόμαστε, να «ακονίζουμε» τα εκφραστικά μας μέσα. 

Γ. Γ.: Δεν ξέρω αν πρόκειται για δική μου ιδιαιτερότητα, αλλά δεν χρειάζομαι πολύ χρόνο για μια τέτοια μετάβαση. Μοιάζει με μετακόμιση: αφήνεις πίσω σου τον παλιό σου χώρο, βρίσκεσαι σε έναν καινούργιο, όλη σου η ενέργεια αφιερώνεται στο να δημιουργήσεις και πάλι κάτι όμορφο. Και πάντα κάτι πολύτιμο κουβαλάς μαζί σου από την προηγούμενη κατάσταση. 

Το αρχαίο δράμα και η αγωνία (;) των σκηνοθετών για πρωτοτυπία

Κ. Κ.: Ειδικά στην Επίδαυρο, όπου αυτά τα έργα παίζονται ξανά και ξανά, είναι φυσικό κάθε γενιά να θέλει να αρθρώσει τον δικό της λόγο, να τα δει με τη δική της ματιά. Υπάρχουν δύο σχολές: η μία προκρίνει μια κλασική ερμηνεία και αισθητική. Η άλλη θέλει να είναι πιο ρηξικέλευθη και avant-garde. Και οι δύο έχουν φανατικούς οπαδούς, αλλά και αρνητές. Προσωπικά, μου αρέσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού, να έχει μια παράσταση κάτι που δεν έχουμε ξανασκεφτεί, να ανοίγει δρόμους στη σκέψη και στη φαντασία – και των ηθοποιών, και του κοινού. Φτάνει καθετί να γίνεται με έμπνευση, με αλήθεια, και να το υπερασπίζονται όλοι οι συντελεστές. 

Γ. Γ.: Το μεγαλείο των συγκεκριμένων κειμένων είναι ότι μπορεί κανείς μέσα από αυτά να μιλήσει για την εποχή του. Φτάνει να μην κινητοποιείται από την αγωνία να παρουσιάσει σώνει και καλά κάτι πρωτότυπο, γιατί έτσι θα ολισθήσει στην πρόθεση για έναν ρηχό εντυπωσιασμό. Η Επίδαυρος δεν είναι χωράφι κανενός, οι αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες ανήκουν σε όλους. Το θέμα είναι να τους δίνουμε χώρο να αναπνέουν, να μη σταματάει ποτέ η δημιουργική προσέγγισή τους και να γίνεται με έμπνευση και σεβασμό στην «πρώτη ύλη». 

Τι κάνουν αν διαφωνούν με τη σκηνοθετική προσέγγιση

Γ. Γ.: Η μία λύση είναι να φύγω· δεν το έχω κάνει ποτέ για τον συγκεκριμένο λόγο. Η άλλη είναι να μείνω –ενεργός όμως, όχι παραιτημένος– και μέσα από τη συζήτηση να βρεθεί ένας κοινός δρόμος. Ο σκηνοθέτης είναι ενορχηστρωτής μιας παράστασης και οι ηθοποιοί είμαστε συνδημιουργοί. 

Κ. Κ.: Δύσκολη στιγμή... Αν μείνεις, αναγκάζεσαι να παλεύεις καθημερινά με τη στενοχώρια και την αμηχανία σου. Δεν έχω αποχωρήσει ποτέ από σχήμα, ακόμα κι αν δεν συμφωνώ πλήρως με τον σκηνοθέτη. «Έκανες αυτή την επιλογή, θα την υπηρετήσεις μέχρι τέλους με το 100% της ενέργειάς σου και χωρίς να την υπονομεύσεις», λέω πάντα στον εαυτό μου. 

Ένα μήνυμα στη νέα υπουργό Πολιτισμού

Γ. Γ.: Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια για λίγους, αλλά ανάγκη για όλους. Ελπίζω να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε οι τέχνες –όχι μόνο το θέατρο– να ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα, να μην είναι προνόμιο των κατοίκων των μεγαλουπόλεων.

Κ. Κ.: Τι να πρωτοαναφέρω; Τις συλλογικές συμβάσεις που έχουν καταλυθεί; Την εκμετάλλευση; Την ασυδοσία; Το πρόβλημα με τις επιχορηγήσεις; Τις ιδιωτικές δραματικές σχολές, που δέχονται έναν τεράστιο, για τα ελληνικά δεδομένα, αριθμό σπουδαστών, μια και λειτουργούν ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις χωρίς ρυθμιστικό πλαίσιο; Θα ήθελα να δω μια ακαδημία θεάτρου να δημιουργείται στη χώρα μας και ικανούς ανθρώπους σε νευραλγικά πόστα –στα φεστιβάλ και στις κρατικές σκηνές–, όχι επιλεγμένους με κομματικά κριτήρια.

Οι ανάσες τους εκτός θεάτρου

Κ. Κ.: Ο σύντροφός μου, οι φίλοι μου, η τέχνη –όχι η δική μου, αυτή που κάνω, αλλά των άλλων, αυτή που βλέπω και απολαμβάνω–, η φύση.

Γ. Γ.: Η οικογένειά μου, ο προσωπικός μου ελεύθερος χρόνος και οι εκδρομές. ■

 «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 2 και 3 Αυγούστου, www.greekfestival.gr. Παίζουν: Γιώργος Γάλλος, Νίκος Καραθάνος, Αινείας Τσαμάτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Θεοδώρα Τζήμου, Χρήστος Λούλης, Γιάννης Κλίνης, Πάνος Παπαδόπουλος, Παναγιώτης Εξαρχέας.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ